22 Δεκ 2005

Ο ποιητής που μ' αρέσει...


Γιάννης Υφαντής

Ω ΚΟΚΚΟΡΑ

Ώ κόκκορα, ώ κράχτη της αυγής
ώ ηλιοφόρε και πτηνόμορφε τοξότη.
Οι βασιλιάδες σε μιμήθηκαν
βάζοντας στο κεφάλι τους επάνω την κορώνα σου
κι έχοντας για σπιρούνια των ποδιών σου τα πηρούνια.
Κόκκορα πάντα σου κρατείς
τη μυστική σου εκείνη σχέση με το χρόνο και τον ήλιο;
Λέγε στους κριτικούς ότι ξοφλήσανε.
Λέγε στους χούλιγκαν πως είναι ντεμοντέ.
Κόκκορα είσαι το βουνό που έχει για ουρά το ουράνιο τόξο και κεφάλι του τον ήλιο;
Κόκκορα το λειρί σου μοιάζει με τα' αρχίδια του Θεού και με τα γένια του Διαβόλου.
Κόκκορα τα παιδιά του σωληνάριου σ' έχουν δει μονάχα στο τσιγκέλι ή στην κατάψυξη.
Κόκκορα άσχημα την έχουμε.
Οι κακογαμημένοι θέλουν να μας σφάξουν.
Κοκκορα ο Νίτσε τους χαστούκισε.
Κόκκορα πώς φοβούνται το φαλλό.
Κόκκορα οι έμποροι μισούν τους ποιητές.
Κόκκορα καταστρέφουν τον αέρα, τα νερά, τα δάση, το κορμί, την ομορφιά
για να γυρεύουμε την έκσταση στην "άσπρη" τους.
Κόκκορα είσαι λέκτωρ ή αλέκτωρ;
Κόκκορα θα ζητήσουμε και σύνταξη;
Θα βγούμε και οι δυό μαζί στην τηλεόραση;
Θα μας αφήσουν;

Υ.Γ. Κόκκορα κάποιοι θέλουν να μην έχει πια φωνή αυτός ο τόπος.

16 Δεκ 2005

P.S.

Που φεύγω,

είναι κρυφτό

δυο μέτρα μακριά σου.

Που φεύγω,

είναι τα μήλα

που παίζουμε μεγάλοι.

Που χωρίζουμε

χίλια μίλια,

δυο πόντοι είναι.

27 Νοε 2005

Ιησούς και Ιούδας


Μετάλλαξε, εκποίησε, παράλλαξε!

Είναι τόσες οι ευκαιρίες στη ζωή

Που ο καθένας μπορεί

Να γκρεμίζει, να χτίζει και να γίνεται θεός.

Και το πνεύμα σαν κουρτίνα,

Όμορφη κουρτίνα,

Όμορφη,

Μα πάντα κουρτίνα σκιερή.


Και ποιος να πάει σχολείο

Που τα ξέρει όλα;

Εγώ, αγάπη μου, εγώ,

Εγώ, και γόβα να γίνω, να ταιριάξω στο μυαλό σου,

Καναπές να ξαπλωθώ, το σχήμα σου να πάρω.

Εγώ σταυρός στα όνειρά σου.

Να γίνω Γολγοθάς, να σε βγάλω απ’ τον κόπο.

Κάποιος πρέπει να έχει τ’ αρχίδια του Ιούδα.

Αναστήσου εσύ!

Εγώ κρεμάστηκα!

26 Νοε 2005

Του Ιρλανδού ο τράχηλος, ζωή δεν υποφέρει!...


Ήταν εκεί, γύρω στα 1970, που ένα οχτάχρονο χωριατόπαιδο (αλήθεια, γιατί πιστεύω ότι όλοι τότε ντυνόμασταν ασπρόμαυρα και τα πρόσωπά μας ήταν σε αποχρώσεις του γκρί;), τότε λοιπόν ο Γιώργος έβλεπε τα απογεύματα του Σαββάτου αγγλικό ποδόσφαιρο, στην καπνισμένη και με χιόνια ασπρόμαυρη οθόνη της URANYA, του «οινοκρεωπωλείον Χ. Πούσιας», μόνο και μόνο για να χαίρεται έναν εγγλέζο μελαχρινό ποδοσφαιριστή που νικάει τους ψηλούς ξανθούς ξερακιανούς ή ροδομάγουλους άλλους εγγλέζους. Ω! της αντίθεσης και της μακροσκελούς περιόδου!

Αγγλικό ήταν το αίσθημα που έβγαινε από τις μεσαιωνικές μονομαχίες των ποδοσφαιριστών, αγγλικά τα δυσπρόφερτα ονόματα των μονομάχων, αγγλικό το κατά φαντασίαν πράσινο και στη πραγματικότητα λασπωμένο γήπεδο. (Γιατί νομίζω ότι όλα μα όλα τα παιχνίδια γίνονταν στη βροχή; Μήπως αλήθεια έτσι ήταν;). Κάποιος «εγγλέζος» όμως, χάλαγε την εικόνα! Μπορεί να έφταιγε το εύκολο όνομα, Best, George Best, η μεσογειακή κοψιά του, η μη αίσθηση της μάχης, η φανέλα έξω απ΄ το στενό σορτσάκι, οι κλωτσιές που έτρωγε και δεν έδινε, που έμοιαζε να παίζει μόνο αυτός με κόκκινη φανέλα, μόνος αυτός μέσα στη συνομωσία του γκρίζου! Όλα έφταιγαν που όσο άρχισα να αγαπάω το ποδόσφαιρο, άλλο τόσο παρακολουθούσα τα παιχνίδια μόνο της United.

Αυτό το ξωτικό ήταν εξωτικό!

Δεν ήταν εγγλέζος, ήταν βορειοϊρλανδός! Πες το ντε! Έτσι εξηγούνται όλα! Δεν ήταν απ’ αυτούς, ήταν Άλλος! Και για την πάρτη του, ακόμα και οι φόνοι του IRA, στα μάτια του μετέπειτα δεκάχρονου και δεκαπεντάχρονου, έμοιαζαν μικρός φόρος τιμής στον αλήτη αθλητή (ένα θ-ήττα η διαφορά). Αυτός ο Άλλος, Σάββατο με Σάββατο, κόντρα στις άχρωμες ηθικοπλαστικές αντιλήψεις της χούντας και του πατέρα, γινόταν Αγαπημένος!

Αγαπημένος! Τι λέξη για έναν ετεροφυλόφιλο 43 ετών! Οχτώ χρονών, τότε, συντηρητικό αγόρι, που οι συνομήλικοί του δεν του επέτρεπαν καν να παίζει μπάλα, τιμωρητικά, γιατί προσχολικά ήδη διάβαζε την εφημερίδα στους μεγάλους στο «οινοκρεωπωλείον Χ. Πούσιας», οχτώ χρονών (ή μήπως εφτά;), οχτώ χρονών αγάπησε έναν ποδοσφαιριστή στην άλλη άκρη του κόσμου, έναν άταιρο που ήταν επιπλέον και αλήτης, κι ας μην ήταν γνωστό αυτό.

Μακρινή γητειά! Τι δαιμόνιο είχε κυριέψει αυτόν τον γίγαντα που έμοιαζε κοντός δίπλα στους Άριους και Ηρακλής με μέση Αμαζόνας; Τι γοήτευε τα μάτια του χωριατόπαιδου;

Τι αρχίδια είχε αυτός ο καλαμοκάνης που μπλεκόταν κυριολεκτικά στα πόδια δυο και τριών χοντρόμπουτων και πέρναγε πέρα αχτύπητος κι αχάραγος;

Ήταν η πράσινη Ιρλανδία με κόκκινο χρώμα; Ήταν ο μέτοχος και συνάμα αμέτοχος Τσε, στα εργοστάσια του Μάντσεστερ; Ήταν ο Γιάννης Αγιάννης των μπαρόβιων ονείρων; Ήταν ο αναρχικός των προπονητικών συστημάτων; Ήταν ο αναρχικός των συστημάτων; Ήταν ο ήρωας που χάνει τη μάχη;

Ήταν ο δικαιωμένος στα μάτια των θεατών και ο αδικαίωτος στον εαυτό του. Απροστάτευτος από διαιτητές και μυαλό. Μόνος του πήρε κόκκινη κάρτα και βγήκε έξω απ’ τις γραμμές. Του γηπέδου και της ζωής.

Όταν τρως κόκκινη κάρτα δεν παίζεις μπάλα. Πας στα μπαρ και τα γαμάς όλα! Και τα μπουκάλια και τις γυναίκες! Μα μπάλα πια δεν παίζεις!

Δεν είχα νέα σου μετά. Αλλά όπως μια χαμένη αγάπη πιστεύουμε πως μας σκέφτεται όπως τη σκεφτόμαστε, έτσι έμεινε η επαφή: ιδανική! Τα άσχημα νέα των εφημερίδων, δεν λογίζονταν νέα.

Τέρμα η μπάλα. Το παιχνίδι τελείωσε. Νίκησες τους αντιπάλους και έχασες από σένα. Το γήπεδο έγινε μπάρα και ο παίχτης θεατής. Η πόλις πάντα εκεί, αλλά εσύ Γιώργο, ούτε το πλοίο βρήκες, ούτε την οδό! Το μονότονο δρομολόγιο μόνο έκανες, μπαρ, κρεβάτι, κρεβάτι εντατικής και αντίστροφα. Κρεβάτι και σκαμπώ. Σκαμπώ και κρεβάτι.

Γάμα, Γιώργο, γάμα και πιές! Πιές και γάμα!

Εσύ είσαι μέσα σου, μα το παιχνίδι παίζεται εκεί έξω! Πίστεψες ότι έβαλες τους δικούς σου κανόνες, ψέμα! Μεγάλο ψέμα! Έπαιξες με τους δικούς τους, κρυφούς, κανόνες. Γι’ αυτό και τα κρυφά χαμόγελά τους!

Γιώργο, κάτι πήγε στραβά!

Πολλά πήγαν στραβά!

Εσύ δεν το είδες!

Εγώ θέλω να το δώ!

Γιώργο, σ’ αγαπάω!

25 Νοε 2005

Simply the (George) Best


αντί στεφάνου

"Τα περισσότερα λεφτά μου, τα χάλασα σε γυναίκες και ποτά. Τα υπόλοιπα πήγαν τζάμπα!"
+George Best


*******

11 Νοε 2005

Ρασοφόρο ψέμα


Λίγο καθυστερημένη η αφορμή, αλλά ουσιαστικά επίκαιρο το παρακάτω κείμενο του Τζίμη Πανούση.
Το αντιγράφω και το προσυπογράφω.

Γιορτή δύο σε ένα «wash and go» για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος. Γνωρίζουν όλοι οι αδίστακτοι μαυρορομπίτες ότι με το ζόρι και με απειλές για τη ζωή του από του οπλαρχηγούς του 1821 αναγκάστηκε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός να σηκώσει το λάβαρο της Επανάστασης, το οποίο μαγάρισε στη συνέχεια ο Μασκαριότατος Χουντόδουλος ανεμίζοντάς το ως μητροπολίτικο κατωσέντονο στις λαοσυνάξεις της ντροπής για τις ταυτότητες της μασαλοδοξίας. Μεγαλειώδης για μια ακόμη φορά η παρέλαση για τη μεγαλειώδη υποκρισία, να γιορτάζουν την Επανάσταση του 1821 Κράτος και Εκκλησία μαζί. Κάποιος από τους πανάθλιους μεγαλοδημοσιοκάφρους θα μπορούσε να σβήσει την Πόρσε και να ρωτήσει έναν από τους επίορκους ιεράρχες: «Πώς γίνεται να γιορτάζεις μια επανάσταση που την έχεις αφορίσει και ο αφορισμός κρατάει μέχρι σήμερα!». Οι μειωμένες εθνικές και ηθικές αντιστάσεις της επίσημης φιλότουρκης Εκκλησίας δεν ξεπλένονται με τη μαρτυρική θυσία του απλού κλήρου, που ως κομμάτι του λαού συμμετείχε στην Επανάσταση. Η επίσημη ορθόδοξη Εκκλησία ήταν στην υπηρεσία του σουλτάνου, όπως και τώρα στην υπηρεσία των Αμερικάνων και ευλογεί τις βάσεις του θανάτου στη Σούδα και τους μισθοφόρους Έλληνες προδότες που πάνε να βοηθήσουν τους Αμερικανοεγγλέζους στις σφαγές των αμάχων στο Αφγανιστάν, στο Κόσοβο και όπου γη και πατρίς. Ίσως ευθύνεται το ινδιάνικό μου γονίδιο που μου προκαλεί αλλεργία στην κοινωνική αδικία, αλλά η ξεφτίλα έχει φτάσει στο απροχώρητο. Μια ζωή τα γίδια, τα ζώα μου αργά, από Καραμανλή σε Παπανδρέου και από Παπανδρέου σε Καραμανλή, αυτή η κληρονομική δημοκρατία του κώλου έχει γονατίσει κάθε πικραμένο. Αντιπολίτευση για αμερικανάκια, συμπολίτευση για αμερικανάκια, τι δουλειά έχουμε εμείς οι Έλληνες σε αυτή την θλιβερή και πανάκριβη αποικία της παρακμής και των αμερικανοτσολιάδων;
Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς, Τ.Π.

"Περί βιαίας αποδράσεως..."


Αναφορά ενωμοτάρχου β΄ τάξεως, προς το αξιότιμον Αρχηγείον Χωροφυλακής Αθηνών.

Αργοστόλι 17 Νοεμβρίου 1894


«Περί βιαίας αποδράσεως εγχωρίου αρβύλας εκ ποδός γυναικείου και πίλου εκ κεφαλής αλλοφύλου άρρενος διατελούντος επί συστάσει (σ.σ. στύση) ενταύθα προσωρινώς».


Έχω την τιμήν να φέρω εις γνώσιν υμών ότι χθες περί λύχνων ανφάς καιροφυλακτήσας λάθρα και υπούλως, συνέλαβον ζεύγος ερωτομανές αποτελούμενον εκ μιας εγχωρίου νεάνιδος και ενός αλλοφύλου άρρενος διατελούντος επί συστάσει ενταύθα προσωρινώς, αλλά λόγω του Δημοτικού σκότους και ελλείψει ιδιωτικού φαναρίου εις χείρας μου, απέδρασαν και εξακολουθούν απέδρα, αφήσαντες ακουσίως εις τον τόπον του εγκλήματος τα τεκμήρια της ανόμου πράξεως των – την τε εγχώριον αρβύλαν και τον πίλον του αλλοφύλου άρρενος, άτινα συνέλαβον άνευ αντιστάσεως τινός.
Αύριον θα επωφεληθώ της ενταύθα παγκοσμίου ζωοπανηγύρεως και θέλω προβάλλη την εγχώριον αρβύλαν εις τους πόδας των γυναικών προς αναγνώρισιν της ενόχου οικοδεσποτίσσης ταύτης, κηρυχθείσης εις άγνοιαν.

4 Νοε 2005

Εις το γραφείον


(με τον τρόπο του Καβάφη)


Εμέ, που ζάλιζα τους άλλους με την πάρλα,
εμέ, που ήμουνα φτιαγμένος για άλλα πράγματα, μεγάλα,
ποια μοίρα δύστηνος με έριξε σε τούτο το γραφείο,
που το δικό μου αδυνατώ, αλλά κρατώ των αλλονών ταμείο;

Σ’ εμέ που ήθελα εξάψεις, δράσεις και φιλοσοφία,
να ομιλώ ρητορικώς κι ενθέρμως στις αγορές και στα κουρεία,
δρόμους απρόβλεπτους μου επέλεξε η τύχη
και να ’μαι τώρα σιωπηλός ανάμεσα σε τείχη.

Τον έρωτα ερωτεύτηκα ως άλλος Δον Κιχώτης,
που απ’ τα δεσμά της ηθικής -πώς ήθελα!‑ να τον ελευθερώσω,
μόνος εγώ σαν Μπολιβάρ, σαν Άρης,
αυτόνομος ιππότης, αρχάγγελος της ηδονής και του πολιτισμού μπροστάρης,
έρωτα κι ανθρωπότητα σε σφαίρες ανέλπιστες, εγώ και μόνο εγώ,
να ’ρθω να ανυψώσω!

Τούτα τα όλως πιθανά, για με, στην εφηβεία,
ήρθανε τούμπα
κι άραχλα μπήκανε στα αρχεία,
για να ’μαι τώρα ιδανικός υπάλληλος σε πόστο λίαν άνοστο,
μόνος, βαρύς και δύσθυμος, γιατί μου λείπει τ’ άγνωστο.
Της μοναξιάς απόβρασμα και των αρχείων αρχείο,
των πολιτών το έρμαιο και πωλητών ο στόχος,
στις Θερμοπύλες αλλονών οκτάωρα φυλάω,
με την ασπίδα του μισθού, τον κόσμο τον γελοίο
εγώ που θα τον γκρέμιζα, τώρα τον αγαπάω!

22 Οκτ 2005

Λαϊκαί παροιμίαι - Μη πολιτικώς ορθαί


    • Είδε η γάτα το πράμα της και το πέρασε για πληγή. (περί υπερβολής)
    • Αρβανίτη φίλευε και τον κώλο σου φύλαγε. (αρβανίτης ων, το διαψεύδω)
    • Της στραβής ψωλής, οι τρίχες της φταίνε. (περί αθεμίτου δικαιολογίας)
    • -Τρέχει η μύτη σου, γαμπρέ! -Είναι απ' τον χειμώνα! -Σε ξέρω κι απ' το καλοκαίρι! (ό.π.)
    • Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι. (το "όλα εδώ πληρώνονται" σε παλαιά οικολογική εκδοχή)
    • Για χάρη του σταυραετού, γαμάει κι χελώνα. (παρέβαλε: βασιλικός-γλάστρα *ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ: Κυνηγημένος ο λαγός από τον αετό κρύφτηκε στην φωλιά της χελώνας. Προκειμένου να μη γίνει βορά του αρπακτικού, υπέκυψε στην ανήθικη πρόταση της χελώνας που εκμεταλλεύτηκε την συγκυρία)
    • Το τάβλι θέλει υπομονή και το μουνί κυνήγι.
    • Κανείς δεν βρήκε πάτο στο μουνί.
    • Κι οι μούτσοι που γαμούσαμε, γινήκαν καπετάνιοι.
    • Όποιος διαβάζει με τ' αρχίδια, γαμάει με τα μάτια. (ανάγνωση με πρεσβυωπία)
    • Όπου καμπάνα και πουτάνα. (περί συχνότητας)
    • Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει. (προφανές)
    • Μακριά απ' τον κώλο μας κι όπου θέλει ας είναι. (κι αυτό προφανές)
    • -Σε γαμούνε, μάνα; -Με ρωτάν, παιδί μ';

      7 Οκτ 2005

      Νταβέληδες - Χωροφυλακή 1-0


      Την εποχή των ωραίων ληστών των ορέων, απόσπασμα της Χωροφυλακής από την Λιβαδειά, τους έστησε ενέδρα στο (γνωστό από τα σαλέ του πλέον) Λιβάδι του Παρνασσού. Ήταν Άνοιξη, τα χιόνια είχαν λειώσει με αποτέλεσμα το οροπέδιο να γίνει λίμνη, είχε και πανσέληνο. Με αυτά τα δεδομένα, όταν οι ληστές ξεπρόβαλαν από τα έλατα, διέκριναν το απόσπασμα και ξανακρύφτηκαν στο δάσος.
      Η σχετική αναφορά προς την Διοίκηση της χωροφυλακής, κατέληγε:

      « Λαμπαδιζούσης ούσας της σελήνης και ανακλώντος του φωτός επί της λίμνης εοράκαμεν ληστάς.
      Του γενναίου ημών Ενωμοτάρχου, Καραμήτρου Δημητρίου ανακράξαντος : « Αλτ !», είς εκ των ληστών απήντησεν : «Κλάστε μας τ’ αρχίδια».

      Σημειολογικό


      ΕΙΔΗΣΗ της 21.11.02

      "…Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί αυτοκτόνησε η 14χρονη".

      …………………

      (Το χωριό της λέγεται Κλαυσί).


      .

      Η Μαλβίνα έγραψε:


      ..."Με τον Θεό του δεν μπορεί κανείς να κοιμηθεί και σαν άνθρωπο δεν μπορώ να σε ποθήσω."

      Μαλβίνα Κάραλη, "Αθώος σαν αγαπημένος"

      Ο George είπε...


      Τα περισσότερα λεφτά μου τα έφαγαν οι γυναίκες. Τα υπόλοιπα πήγαν τζάμπα!

      George Best (θα κάνει ακόμα μια φορά τρίπλα στον Χάρο;)

      6 Οκτ 2005

      Γιατί μπαμπά ;...


      Γιατί μπαμπά, ο Γερμανός - όχι των κινητών, ο άλλος ο αμετακίνητος - κάλεσε στην Εθνική τον Δέλλα και τον Μπασινά που έχουν να παίξουν μπάλλα 8 μήνες και δεν κάλεσε τον Αναστόπουλο και τον Αλεξανδρή, που και καλύτερη μπάλλα ξέρουν και σίγουρα πιο προπονημένοι είναι;

      4 Οκτ 2005

      Aναμονή


      Η αναμονή είναι μια βρώμικη δουλειά
      Αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει.

      Κάποιος πρέπει να γίνει βροχή,
      να γίνει γομολάστιχα, να γίνει χιόνι.
      Να σβήσει περασμένους δρόμους
      και λίμνες ακίνητες.
      Να γίνει ο κόσμος ένας χάρτης άσπρος
      παρθένος μουσαμάς για το χρωστήρα του ζωγράφου.

      Και η ζωγραφική είναι μια βρώμικη δουλειά,
      αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει.

      Μαρία Ιουλίου


      Αχ Μαρία, Μαρία,
      το Μ του στήθους σου
      φαράγγι να βουτήξω άπτερος
      κι εξαίσιος ν’ ανέβω.
      Μαρία, θάλασσα αλλοτινή,
      τα απολιθωμένα όστρακά σου
      στολίδια θα φορέσω,
      ιθαγενής του έρωτα,
      πολύχρωμος.
      Μαρία, αλφάδι του ζωδιακού,
      μη περπατάς σαν άστρο θερινό
      και χάνει ο ήλιος ρότα.
      Μαρία, μήλο των Εσπερίδων,
      χέρια λαίμαργα σε πόθησαν
      κι εσύ ακόμα αφάγωτη, στιλπνή
      και καθαρή από σκουριές, οπώρα,
      αμάραντη σαν κόκκινη σελήνη
      ανατέλλεις.

      Μου 'ρχεται να κλάψω


      Μου 'ρχεται να κλάψω για τα λίγα που δεν κάναμε,
      να κλάψω για τα πολλά που κατακτήσαμε,
      για τις μέρες που φωτίσαμε,
      για τις νύχτες που ξενυχτήσαμε.

      Μου 'ρχεται να κλάψω για τον ήχο της πόρτας που άφησες πίσω σου,
      για τη σιωπή που κλείδωσες μέσα μου.


      Θα κλάψω που ο έρωτας δεν μας τιμωρεί με ισόβια.

      Το είπε ο Γιώργος:

      άμα ζήσω θα τους γαμήσω,
      άμα πεθάνω θα μου κλάσουν το μπούτζο.

      Γεώργιος Καραϊσκάκης
      (δεν το είπε για τούρκους...)

      Λάσπη

      Και τη λάσπη μην την αποδιώχνεις.
      Από κει η ζωή·
      και γύρω μας,
      και η ζωή και η λάσπη.
      Το σπόρο σου ν’ αφήσεις,
      -μέσα και γύρω-
      κι αυτός, είναι σίγουρο,
      εύωχος θα βλαστήσει.
      Γιατί τα πιο όμορφα λουλούδια,

      στην έρημο ανθίζουν.

      3 Οκτ 2005

      Το όνειρο του σκύλου

      Πιστό σκυλί στα πόδια σου·
      Κι όταν κοιμάσαι, όνειρο πιστό
      Στα πόδια σου
      Κοιμάμαι.
      Σαν θα ξυπνήσεις
      Το όνειρο του σκύλου σου θα είμαι.
      Ο σκύλος του ονείρου σου θα είμαι.
      Το όνειρό σου το πιστό

      Που ξενυχτάει.

      28 Σεπ 2005

      Ώρες αόρατες

      Αδέσποτες απέμειναν οι καμπύλες της θάλασσας.

      Τα δελφίνια γέρνουν στο λαιμό σου.

      Τα στήθη Δήλος – Φανερωμένη

      σαν άγιο μάρμαρο.

      Γονυπετής η Κύπρις, λαγόνες αρχαγγέλει.

      Τα θρύψαλα της βροχής

      που έβαλα με τάξη στο εικονοστάσι,

      ζητιανεύουν αναδρομικές ουλές.

      Αίματα πολύχρωμα σαν φωνήεντα από σκράμπλ,

      ονοματίζουν λέξεις χαμηλοβλεπούσες,

      αφυδατωμένες και άσιτες.

      «Επίθεση» διατάζουν και αδειάζουν βόλια

      κάθε νύχτα οι τοίχοι.

      Οι λεύκες των πόθων καληνυχτίζουν

      τους άβυσσους μήνες.

      Ανάλατος καιρός, έρμαιο ανέμων αναλφάβητων,

      τρακάρει πάνω στις στροφές της νύχτας

      και σκίζει αργοπορημένα σεντόνια.

      Προσάναμμα του μύθου τα ανθεστήρια λόγια

      και ο αέρας πνιγμένο περιστέρι.


      Τώρα η χρυσή βροχή του Δία αρδεύει ερήμους.

      (Που τώρα οι οργασμοί των άστρων;)

      Πίσω όμως από τις χαμηλές καρέκλες

      - κάθε θεός το ξέρει –

      κρύβεις τη μικρή Καταλωνία σου.

      Το πρόσφορο των μηρών σου

      γόνιμος τόπος ανεμώνας.

      Λέμβος σωστική το Ιδαίον του κορμιού σου.

      Κι’ αυτό το πέλαγος το ανθηρό

      αλίμενο πλέει μαζί μου.

      Φιλοσοφία

      Σοφό κορμί, να σε διαβάσω θέλω.

      Στους πώρους σου, κρυφά νοήματα ν’ ανακαλύψω.

      Σκέψεις που με παίδευαν, να μου τακτοποιήσεις.

      Απορίες γόρδιες να λύσεις,

      την ύπαρξη του κόσμου να εξηγήσω, βόηθα,

      γενναίο μου κορμί.


      Κορμί σοφό,

      τα ιερογλυφικά σου, μόνο εγώ μπορώ να αναγνώσω.

      Μέσα στη νύχτα, σαν τυφλός, εύκολα σε διαβάζω,

      το απόσταγμα της σοφίας σου, ρουφάω διψασμένος.

      Φιλοσοφώ στη λόχμη των αναστεναγμών σου,

      σαν χούλιγκαν ζωής.

      Εισβάλλω εντός μου, σαν άγνωστος θεός.

      Αγιώνομαι στις φούρκες των ποδιών σου.

      Θεώμαι στο ηφαίστειο της έκρηξής σου.

      Ξεχειμωνιάζω στα χειμαδιά της αφασίας σου.


      Ουκ έσονται μοι θεοί έτεροι, πλην εσού!


      Οι ράγες

      Κάθε πόνος σου καρφί □ Στις ράγες της ζωής σου.

      Κάθε καρφί και μέρα □ Κάθε μήνας κι ένα καρφί

      Να δένουνε οι ράγες □ Με τα καρφιά του πόνου

      Παράλληλες πάντα οι ράγες □ Με τον πόνο των καρφιών

      Παράλληλος πάντα ο πόνος □ Απ’ την αρχή ως το τέλος

      Κι ανάμεσα

      Χαλίκια και κενό!


      Δεν περνάει τραίνο σε τούτες τις γραμμές

      Οδοστρωτήρας αισθημάτων έρχεται όταν χιονίζει.

      Φαντάροι ξεχορταριάζουν τα περιθώρια

      Κι εργάτες με σύμβαση ορισμένου χρόνου

      Μαζεύουν κάθε μέρα

      Γόπες και αποτσίγαρα φιλιά.


      Σ’ αυτές τις ράγες τραίνο δεν προβλέπεται,

      Μον’ η καρδιά σου σταυρωμένη που θα τρέχει…

      Πανσέληνος

      Φεγγάρι μου γλυκόπιοτο, καλόγνωμο

      Σαν όνειρο παιδιού,

      Πάρε το φως απ’ την καρδιά μου

      Να λάμψεις πιο πολύ,

      Να μην τελειώσει τούτη η φωταύγεια,

      Τούτο το πανηγύρι των ψυχών.

      Χιαστί να πλέκονται τα όνειρα

      Και η αγάπη,

      Βότσαλα του ήλιου

      Λιαζόμενα και πλέοντα,

      Υπεράνω των ανάλατων ανθρώπων.

      Πρόσφυγας εντός

      Μετανάστης στο λιμάνι σου,

      Λαθρεπιβάτης άπελπις,

      Παραβάτης των συνόρων σου,

      Αιτούμαι γη της Επαγγελίας.

      Τη γλώσσα των χεριών σου θέλω να μάθω

      Στη σκέψη σου να κοιμηθώ

      Στα πόδια σου ήλιος να ξυπνάω

      Και να γεννάω όνειρα – γεφύρια

      Και παραμύθια – συντριβάνια.

      Το μανταρίνι των χειλιών σου να δαγκώσω

      Στους ελαιώνες των ματιών σου να κρυφτώ

      Κι ηφαίστειο να εκραγώ στη ραχοκοκαλιά σου.

      Να πας εκεί!

      Να πας εκεί!

      Να πας εκεί που σε χαϊδεύουν.

      Εκεί που δεν κοστίζει τίποτα το χάδι στη πληγή.

      Χάδι σε μια κακοφορμισμένη πληγή μαζί μ’ ανάθεμα στον φταίχτη.

      -Όχι, μη το σκοτωμένο αίμα!

      -Όχι σπίρτο στην πληγή!

      Να σαπίσει, μα να μην πονέσει!

      Μην πονέσει κι ας μη γιάνει!


      Να πας εκεί!

      Εκεί που η λύπηση είναι ρούχο.

      Εκεί που η αυτολύπηση είναι σημαία.

      Εκεί που αγαπάνε με τα μάτια.

      Εκεί που έχουν τα καράβια δεμένα - πάντα - στο λιμάνι.

      Ποτέ, αυτοί, δεν θα κινδυνεύσουν: Ποτέ δεν θα ταξιδέψουν!


      Να πας εκεί!

      Δεν έχει τόπο εδώ για σένα.

      Εμείς εδώ, λέμε τη σκάφη – σκάφη και την αγάπη – αγάπη.

      Φορές τη λέμε Πόνο.

      Κατουράμε τη πληγή και συνεχίζουμε.

      Εμείς εδώ, δεν βγάζουμε στο παζάρι το ξαφτούρισμα της καρδιάς.

      Δεν παζαρεύουμε τις πεταλούδες της κοιλιάς μας.

      Μπορεί να γεννηθήκαμε μ’ αυτές.

      Μπορεί να τις μαζέψαμε απ’ το δρόμο.

      Όμως ποτέ δεν τις βγάλαμε στο σφυρί.

      Ποτέ δεν τις παίξαμε σε κανένα χρηματιστήριο καταξίωσης.


      Να πας σ’ αυτούς!

      Γύρνα στη σκοτεινιά τους.

      Στη σκοτεινιά των χαμοσερνάμενων που δείχνουν αητοί.

      Κι ας είναι χαρταετοί.

      Να πας σ’ αυτούς!

      Σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

      Σ’ αυτούς τους κόλακες της Απελπισίας.

      Να πας σ’ αυτούς!

      Σ’ αυτούς, που κι οι κροκόδειλοι υποχωρούν στα δάκρυά τους.


      Να πας εκεί!

      «Θα ξαναγύριζες μια μέρα στις πηγές της νύχτας,

      στις ρίζες των δακρύων σου,

      εκεί που φυτρώνουν τ’ άγρια όνειρα,

      μες στα σκοτάδια της ανυπαρξίας».*


      Να πας εκεί!

      Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…

      Εδώ αγαπάμε και πληρώνουμε.

      Εμείς εδώ, περπατάμε στα κάρβουνα.

      Εδώ πεθαίνουμε χωρίς ανάσταση.

      Εμείς εδώ, για ένα στοίχημα Αγάπης, το κόβουμε το δάχτυλο.

      Ποτέ μας, όμως, δεν ευνουχιζόμαστε.

      Εμείς, την αγάπη μας τη βαφτίζουμε Σπάραγμα.

      Εμείς, τα παιδιά του έρωτα τα βαφτίζουμε Όνειρο.


      Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…



      * Σπ. Τσακνιάς.

      Μαύρο

      Άντε να αδειάσουμε τις μέρες

      Να τις φέρουμε ξανά στα μέτρα που φοβόμασταν.

      Άντε να θάψουμε τα χρώματα που εφευρέσαμε-

      Είναι δώρα που δεν θέλουμε,

      Χαλάνε το άδειο των ψυχών μας.

      Πρέπει να παντρευτούμε την ερημιά μας,

      Μη μας χαλάτε τη βολή,

      Δεν παντρευόμαστε ποτέ το όμορφο·

      Τρομάζουμε μη μας αφήσει.

      Ω! μάνα της νύχτας,

      Τύλιξέ μας με την εσάρπα σου,

      Κρύψε τα μάτια μας που έχουν φως γεμίσει·

      Η τυφλότητα μάς πάει πιο πολύ.

      Το μαύρο μας να ντύσουμε με μαύρο,

      Το αίμα μας, ούτε κι αυτό,

      Μαύρο να τρέχει, μαύρο.

      Τα χείλια μας μαύρα σαν από βατόμουρο,

      Μαύρα να βάψουμε και τα φιλιά που αλλάξαμε,

      Σα μαύρος σκύλος να γλύψουμε νύκτωρ τις πληγές μας.

      Να φύγουμε μαύροι.


      Κράτα την ανάσα σου.

      Μάνα

      Κάπου ανάμεσα στη μάνα σου και στη μάνα μου,

      η αγιότητά σου.

      Θέλει πολύ δουλειά

      Θέλει πολύ δουλειά

      Την ευτυχία

      (του άλλου)

      ν’ αγαπήσεις.

      27 Σεπ 2005

      Ετούτο το φεγγάρι

      Ετούτο το φεγγάρι

      Γιγάντιο μηδενικό

      Μια πανσέληνος Μηδέν

      Εις το πηλίκον

      Εις το άπειρον

      Εις το εντός μου Άπειρον.


      Το Άπειρον Μηδέν

      Με κύκλωσε Πανσέληνο,

      Κουκούλι μέσα του να διπλώνω τα φτερά,

      Να καθρεφτίζομαι τσαλακωμένος

      Και Οιδίποδας τυφλός,

      Κάτω από ξένους προβολείς,

      Να παριστάνω Φώς.


      Πανσέληνο φεγγάρι,

      Χθεσινό φανάρι,

      Σημερινή θηλιά.


      Σιωπή

      Είναι η σιωπή σου φίλη σου;

      Είναι οι φίλοι σου σιωπή;

      Τούτη η συναυλία της απόστασης

      Κοινό δεν έχει.

      Μονάχοι παίζουμε

      Και το μεδούλι μας ρουφάμε

      Με όρεξη εφήβου.

      Αποξυόμενος

      Γδύσου, πλύσου και απόξυσε

      Πληγές και οσμές

      Που μαρτυράν Αγάπη.

      Απόξυσε τα στίγματα

      Που τατουάζ τα κάρφωσες στο δέρμα

      Και μπόλιασες την καρδιά σου.

      Και προπαντός εκεί!

      Με επιμονή τεχνίτη

      Να μην αφήσεις τίποτα.

      Σπονδή

      Φορές που φεύγεις μια θυσία κάνω.

      Κάθε μου σκέψη σφάγιο

      καθαγιασμένο απ’ το κρυφό σου άγγιγμα

      και ραντισμένο με τα μύρα της αλμύρας σου,

      πρόσφορο στο πνεύμα σου το άγιο

      για να σκηνώσει εντός μου.

      Άλλες πάλι, το μέλλον να προβλέψω προσπαθώ.

      Απ’ το θυμίαμα των σπλάχνων μου οσμίζομαι

      μέρες που θα ’ρθουν, προσηνείς και εύοσμες

      σαν τον κήπο του κορμιού σου.

      Ή που τις πληγές μου μελετώ προσεκτικά

      και να το θαύμα:

      Αντί ουλές, βραγιές ολάνθιστες!

      Το άρωμά σου ευωχεί στο σύμπαν του κορμιού μου.

      Από μέσα μου ανασαίνεις

      κι εγώ διαστέλλομαι να σε χωρέσω.

      Από χιλιόμετρα στο αυτί μου ψιθυρίζεις

      κι εγώ εκρήγνυμαι κρυφά.

      Γίνομαι μέρα, μέλλον κι ουρανός,

      νερό που πίνεις και ύπνος σου γίνομαι.

      Ιερέας και σπονδή μαζί-έγινα εσύ

      και τ’ όνομά μου είναι Μαρία.

      Η Μαρία στις πόλεις

      Πώς φεύγεις την απόσταση ανάμεσα των ημερών!

      Σιμώνεις και τα πόδια σου

      Σαν από πάντα φανοστάτες στο λιμάνι.

      Ορθοκάπουλη μυρόεσσα γεωμετρείς

      Μπαλκόνια και πλατείες και κύματα καινούρια,

      Ροδιές φυτεύεις καταμεσής στην άσφαλτο·

      Η πολεοδομία σου, καταργεί το μέτρο.

      Ζεστό ψωμί τυλίγεις το φεγγάρι,

      Το ντύνεσαι κι’ ολόγιομη εισβάλεις

      Στα καφέ και στις μικρές ανάσες.

      Στα βήματά σου φύονται πηγές-

      Σήματα, υγρά, προσανατολισμού

      Τη νύχτα που φουσκώνουν σαν καταρράχτες όρθιοι,

      Γίνονται οδοδείχτες,

      Χειροπιαστές ορμές,

      Θέατρο αυτόματου έρωτα.

      Είσαι της νύχτας η συνέχεια

      Κι ο τόπος μου πια, ου τόπος:

      Πηγάδια γέμισε και ρέματα ξέχειλα

      Με αρτεσιανές αισθήσεις.

      του φεγγαριού, έρωτα

      Του φεγγαριού, Μαρία, έρωτα

      Άνθος καλοκαιριού

      Άνθος ώριμο και κόκκινο

      Σαν την οσμή του κάτω ρόδου σου

      Σαν του μεσημεριού φιλί.

      το Υπερωκεάνιο

      Τούτο το Υπερωκεάνιο δεν είναι για ρηχά νερά.

      Είναι για θάλασσες πράσινες, λάμπουσες κάτω απ’ το Σταυρό του Νότου.

      Είναι για ρότες άμετρες, έξω απ’ τις απαγορεύσεις των λιμεναρχείων.

      Είναι από μόνο του ένα φως, είναι τραγούδι άγνωστο

      ακόμα και σε μας, τους μουσικούς της άγριας νύχτας.

      Ο πλους του αναλφάβητος – έτσι να ’ναι.

      Να μην έχει ιστορία πίσω του – έτσι να ’ναι.

      Ο μύθος του μόνο να μένει

      μυρωδιά

      δρόμος

      αιτία

      κι ευθεία λεωφόρος

      για κει που οι γενναίοι του έρωτα βουτάνε με τα μούτρα

      και γεύονται το άνοιγμα των ουρανών.

      Τα Θεοφάνια της Αγάπης συμβαίνουν κάθε μέρα.

      Το Υπερωκεάνιο είμαστ’ εμείς

      και μας ταιριάζουν θάλασσες γλαυκές.

      Αυτοί

      Δεν σκιάζονται αυτοί,

      Έχουν την ανοσία στην Τιμή

      Και την αρρώστια τους σημαία την υψώνουν.

      Τα λόγια τους πτερόεντα,

      Χάντρες γυαλιστερές - ένα τάλιρο η μία,

      Στα παζάρια που μεγάλωσαν, πουλάνε.

      Ημιμαθείς των αισθημάτων, άχαροι,

      Λεπροί του κάλλους, τυφλοπόντικες,

      Φαρισαίοι νεκροί, που μαγαρίζετε τις μέρες,

      Αγέλες που δεν αρκείστε στις σάρκες σας,

      Ανάθεμά σας!

      Μη την αγάπη μου αγγίζετε!

      Δεν είναι για τα μάτια σας τα μάτια της,

      Τα χέρια της είναι ορίζοντας φλεγόμενος,

      Έτη φωτός απέχουν από σας, τα όνειρά της.

      Τη σκουριά σας κρατήστε μακριά της.

      Είν’ η αγάπη μου απορρυπαντική,

      Είναι ωκεανός για τη στενάχωρη καρδιά σας.

      Ούτε σκιά δεν έχετε δίπλα της·

      Φύγετε, το λοιπόν, από κοντά της.

      Εσύ αλλού!

      Στη πόρτα σου έρχεται ο ταχυδρόμος και συ δεν του ανοίγεις. Έρχονται οι ποιητές, σύσσωμοι και οι τραγουδιστές μα συ τους διώχνεις. Έρχονται οι ανύποπτοι και τους ανοίγεσαι. Σωστά πράττεις! Σωστά τα βήματά σου στους παραλλήλους της ζέστης και της ευκολίας. Γιατ’ είναι δύσκολος τούτος ο χειμώνας. Και βαρύς. Κι εγώ δεν έχω παλτό της προκοπής. Ας είναι! Θα σπάσω την επιφάνεια και θα κολυμπήσω στη παγωμένη λίμνη.

      Στο παράθυρό σου έρχονται σήματα. Η κάθε μέρα, σου χτυπάει το τζάμι σαν σπουργίτι αλήτικο. Ποιος τη χάρη σου! Τσιμπολογάς τις ώρες με τη ψυχραιμία που ανάβεις τσιγάρο. Σωστά πράττεις! Όπως κι όταν διαγράφεις τις εποχές. Κράτησες ημέρες μόνο καλοκαιριού και αιώνες χειμώνων. Σε κάποια διάκενα λιγοστά, χάσκουν κάποιες Άνοιξες. Απαρχαιωμένες. Αφρόντιστες σαν κορινθιακές κολώνες. Ικανές να συγκινήσουν μόνο μουσουργούς και αυτοδίδακτους εραστές. Ή έναν Μπετόβεν ερωτευμένο.

      Στη γειτονιά σου βολτάρουν τα φεγγάρια δυό-δυό, μέρα μεσημέρι. Σημασία εσύ καμία. Σωστά πράττεις! Έχεις να βγάλεις βόλτα τις κοντινές σου απουσίες. Έχεις να ποτίσεις ένα κήπο αναστολές. Έχεις να ταϊσεις τις παιδικές σου αρετές. Να ‘χεις το νου σου μήπως τελειώνοντας τη ψυχική σου λάτρα, βρεις τα παιδιά σου μεγαλύτερα από σένα.

      Κι όμως είναι όμορφα εκεί έξω! Έξω απ’ το φλοιό που κρύβει τους χυμούς της κερασιάς μας. Εκεί έξω μόνο, Είμαστε και Έχουμε. Πασχίζουμε και ανθίζουμε. Ζητάμε και βρίσκουμε. Γευόμαστε, κρυώνουμε, εκτινασσόμαστε, λυγίζουμε, πληρώνουμε, αφουγκραζόμαστε, σκορπάμε ανατέλλουμε, πλέουμε, φλεγόμαστε και πάλι από την αρχή…

      Σειρήνες

      Μην τις ακούς τις ηττημένες Ερινύες

      ασθμαίνουσες

      αποζητούν κελιά για όλους.

      Πάρε ξηρά τροφή για την πορεία,

      κρύψε στη τσέπη μια παιδική σου ζωγραφιά

      και βιάσου να καβαλήσεις το πτερύγιο του ήλιου.

      Προβλέπονται σκληρές οι μέλλουσες πέτρες.

      Είναι κι ο Κάιν που βαρύθυμος παραμονεύει στις οάσεις.

      Άλλαξε δρόμο!

      Από τις κολυμπήθρες του Σιλωάμ να μη βραχείς.

      Οι άλλοι κοίτα να μη σ’ αγγίξουν,

      από το άλγος τους κρατήσου μακριά.

      Εκάς οι βέβηλοι του έρωτα –

      εκάς οι άμαχοι του πόνου!

      Όσοι με λύχνους το φώς της μέρας ψάχνουν,

      στενάχωροι και άχωροι,

      μικρόβιοι και όμοιοι,

      σβήνουν οι ίδιοι το λίγο τους το χρώμα.

      Όχι, τον τέτανό τους μη γευτείς,

      στο κρύο μάρμαρο μη ξαποστάσεις,

      τον αιθέρα τους κοίτα μη καταπιείς:

      Είναι δολώματα σκορπιών.

      Απομακρύνσου μ’ απλωτές, πέρα απ’ τα στεγανά τους.

      -

      Ας γίνουμε η στύση μεσ’ στη νύχτα τους,

      οι μπάσες χορδές του ονείρου.

      Ας μείνουμε η δρόσος στις ανεμώνες του Απρίλη.

      Τα φάλτσα χιλιόμετρα να αποδώσουμε αθώα

      και τα παράθυρα να στρέψουμε

      σε αρχαία πολύχρωμα αισθήματα.

      Ν’ αποσυντονιστεί ο γύρω χώρος

      Να λάμψουν χέρια

      ώμοι

      πόδια,

      Μήπως και λειώσει του κόσμου το κέρινο ομοίωμα.