31 Δεκ 2007

Τέλος Χρόνου


Ω ΚΟΚΚΟΡΑ

Ώ κόκκορα, ώ κράχτη της αυγής
ώ ηλιοφόρε και πτηνόμορφε τοξότη.
Οι βασιλιάδες σε μιμήθηκαν
βάζοντας στο κεφάλι τους επάνω την κορώνα σου
κι έχοντας για σπιρούνια των ποδιών σου τα πηρούνια.
Κόκκορα πάντα σου κρατείς
τη μυστική σου εκείνη σχέση με το χρόνο και τον ήλιο;
Λέγε στους κριτικούς ότι ξοφλήσανε.
Λέγε στους χούλιγκαν πως είναι ντεμοντέ.
Κόκκορα είσαι το βουνό που έχει για ουρά το ουράνιο τόξο και κεφάλι του τον ήλιο;
Κόκκορα το λειρί σου μοιάζει με τα' αρχίδια του Θεού και με τα γένια του Διαβόλου.
Κόκκορα τα παιδιά του σωληνάριου σ' έχουν δει μονάχα στο τσιγκέλι ή στην κατάψυξη.
Κόκκορα άσχημα την έχουμε.
Οι κακογαμημένοι θέλουν να μας σφάξουν.
Κοκκορα ο Νίτσε τους χαστούκισε.
Κόκκορα πώς φοβούνται το φαλλό.
Κόκκορα οι έμποροι μισούν τους ποιητές.
Κόκκορα καταστρέφουν τον αέρα, τα νερά, τα δάση, το κορμί, την ομορφιά
για να γυρεύουμε την έκσταση στην "άσπρη" τους.
Κόκκορα είσαι λέκτωρ ή αλέκτωρ;
Κόκκορα θα ζητήσουμε και σύνταξη;
Θα βγούμε και οι δυό μαζί στην τηλεόραση;
Θα μας αφήσουν;

Υ.Γ. Κόκκορα κάποιοι θέλουν να μην έχει πια φωνή αυτός ο τόπος.


________________________________
[Ποίημα του Γιάννη Υφαντή, 1987, Κασσάνδρα]

2 Δεκ 2007

Ενθύμιον Απερισκεψίας - splatter!


Απαντάω στη πρό(σ)κληση –πρωτότυπη λεξιπλασία!- του Yellow Kid περί «ενθυμίων της απερισκεψίας μου». Μόνο που εγώ δεν έχω να καταθέσω 10 παιδικές αμυχές (χα!), ούτε ακριβώς απερισκεψία, αλλά μια μεγάλη και ενήλικη. Φετινή:

26 Ιουλίου, της Αγίας Παρασκευής που γιορτάζει η κόρη μου, το μανάρι μου, και είμαστε διακοπές κάπου στο Βόρειο Κορινθιακό οι δυο μας, χωρισμένος γαρ. Μετά το μεσημεριανό γεύμα – κέρασμα – γιορτή με άλλους παραθεριστές, ξεκινάμε για ψάρεμα. Θα πιάσω οπωσδήποτε μια τηγανιά ψάρια, για δυο βλέπουμε… Δεν πρέπει να αποδείξει ο μπαμπάς ότι και στο ψάρεμα είναι μάστορας;

Έχω φτιάξει το ζυμάρι για δόλωμα, φτιάχνω κι έναν διπλό ελληνικό σκέτο στο χοντρό, χοντρότατο, ποτήρι του νερού, ζώνομαι ως άλλος Βελουχιώτης τα φυσεκλίκια σταυρωτά (καλάμι, ψηφιακή και σακίδιο με πορτοκαλάδες, καπνό και βιβλία) και ξεκινάω τον χωματόδρομο που μου υπέδειξαν για ψαρότοπο, μέχρι να συναντήσω τη συκιά στην άκρη του μονοπατιού. Τη συκιά ποτέ δεν την είδα! Εκατό μέτρα είχαμε περπατήσει και γύρισα να φωτογραφίσω την κόρη μου. Ποιος διάολος μας προβόκαρε τότε; Η μικρή μου όχι μόνο δεν ήθελε φωτογραφία, αλλά άρχισε να κάνει γκριμάτσες άσχημες προκειμένου να μην τη φωτογραφήσω. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου!... Στο βρόντο τα παρακάλια! Αντί να φωτογραφήσω την αγαπημένη της φατσούλα να διασχίζει ένα καλοκαιρινό φεγγοβόλο μονοπάτι, αντικρίζω τη μεταμόρφωση του Κάφκα: Αντί της κόρης, η μάνα της ολόιδια μπροστά μου σε ένα σκοτεινό διαμέρισμα, να ειρωνεύεται και να με υπονομεύει αδικιολόγητα! Καρμπόν!

Ξέφυγα! Ξέφυγε και το ποτήρι του καφέ από τα χέρια μου και στέκεται όρθιο στη μέση του δρόμου, άθικτος και ο καφές, προκλητικά όρθιο κεντραρισμένο το ποτήρι σα μπάλα στημένη στο μπέναλτυ. Αντίθετα από τους μοναχούς που μαστουρωμένοι βλέπουν την Παναγία και χύνονται, εγώ είδα τη μορφή της ακατονόμαστης «πρώην» στο πρόσωπο της μικρής και θόλωσα: χωρίς να υπολογίσω το σχεδόν γυμνό πόδι με τη μαλακή σαγιονάρα, σουτάρω τη μπάλα-ποτήρι με δύναμη δυο Γκαλέτι. Το ποτήρι έμοιαζε να μην κουνήθηκε! Με μια προσεκτικότερη δεύτερη ματιά, είδα ακίνητο μόνο τον πάτο του ποτηριού κομμένο σαν από κατάνα σαμουράι και το δεξί μου πόδι κόκκινο σαν τη Θύρα 7 σε ντέρμπυ! Ο νόμος της αδράνειας λειτούργησε τέλεια.

(Όσοι θεωρούν το “ scream ανατριχιαστικό, ας μη συνεχίσουν παρακάτω την ανάγνωση!)

Στο τέταρτο δάχτυλο έφεγγε το κόκκαλο και το κρέας δεξιά του δακτύλου κρεμόταν και πλούτιζε με ζεστό, πηχτό, κεραμιδί σχεδόν (το αίμα δεν είναι κόκκινο σαν σάλτσα ντομάτας όπως στις ταινίες) αίμα, δάχτυλα και σαγιονάρα. Προσπάθησα με μια κίνηση να κόψω το σφαγμένο κομμάτι. Παρότι ζεστό, με πέθανε στον πόνο και δεν το κατάφερα, γιατί ήταν κρέας και όχι πέτσα (κάτι για «κρημνό» έλεγε αργότερα ο γιατρός).

Το έπλυνα με θάλασσα, «κακώς» είπε αργότερα ο γιατρός, «πάγος έπρεπε για να μην κλείσει η πληγή». «Δύσκολο να πιάσει τώρα, να ενωθεί» η γνώμη του μια ώρα αργότερα στο Κέντρο Υγείας που μου έκανε ράμματα χωρίς αναισθησία, «έτσι πρέπει», γιατρός είν΄ αυτός, ξέρει, η μικρή μου στον προθάλαμο να ακούει τα βογκητά και τις κραυγές μου, πάλι «έτσι πρέπει», «για να ξέρει ότι ο μπαμπάς της ζει!», είπε πάλι ο γιατρός…


Την ώρα της «σφαγής» είχα την ψυχραιμία(?!) να φωτογραφίσω το πόδι. Οι λάτρεις των σπλάτερ μπορούν να το δουν ΕΔΩ.


ΚΑΒΒΑΔΙΑΚΟ ΕΠΙΜΥΘΙΟ:


Απάνω μου έχω πάντοτε, στο πόδι μου κρυμμένο,

Ένα μικρό τραυματικό και μόνιμο σημάδι,

Όπως αυτά που συνηθούν να φέρουν οι πατεράδες

Που απωθημένα μιας στιγμής, αφήνουνε ψεγάδι.


Καραντίνα


Στα παλιά τραγούδια δεν χωράω

και τα καινούρια δεν με παραδέχονται·

πόσους Γιώργηδες σε θηλυκούς θεούς χρωστάω,

και πόσους στους θνητούς να μ’ αποδέχονται;


1 Δεκ 2007

Ο Σολωμός σήμερα - (εκδήλωση)

Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;
Διονύσιος Σολωμός

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά

τηλ.& fax (22610)23136, e-mail: n-lamp@otenet.g

27 Νοε 2007

Οι σοβάδες της ζωής μας


Το μπλε κάτω απ΄ το μπλε

και το κροκί κάτω απ΄ την ώχρα.

Παλίμψηστος ο τοίχος της ζωής μας·

φερέφωνο πληγών και πόθων όνειρο αιμώδες,

νυχτέρια που σαν κάδρα λάμπουνε σιμά

από το χθες ίσαμε τις ύφαλες οσμές,

ασβέστης και θυμάρι.


Πόσο σκληρά χαϊδεύουμε,

τι μαλακά που ξύνει η μνήμη!

Πότισε ο σοβάς με χρώμα πρώιμο και όψιμες φυγές,

μ' αμαρτωλές αγιογραφίες και σκίτσα παιδικά

καλύψαμε τη νύχτα του αιώνα μας.

Ψηλαφιστά,

στρώμα το στρώμα, γωνιά-γωνιά,

λαθεύουμε

κι ανίδεοι φονιάδες χάσκουμε

του Ιερού μας τυμβωρύχοι.


Στα κεφάλια μας

οι σοβάδες της ζωής μας

ανάθεμα και ευχή.

25 Νοε 2007

Κάτω από το τραπέζι

[o γνωστός-άγνωστος φίλος Larry Cool (δεν σημειολογεί) σημειώνει:]


Είμαι σ’ ένα νεκρόδειπνο μεταξύ ποιητών

Πλήττω και γλιστρώ αργά κάτω από το τραπέζι

Εδώ κρύβεται μια απόκοσμα όμορφη έφηβος

-η Ποίηση

-«Ο κόσμος μας είναι νεκρός» ψιθυρίζω

-«Ο κόσμος σας είναι το ποίημά μου

Και σεις, πίδακες λέξεων».


Της κάνω έρωτα σφίγγοντας τους μικρούς γλουτούς της

Είναι σε έκσταση

Απ’ το στόμα της διαφεύγουν φυσαλίδες μικρόκοσμων

Γύρω μας τα πράγματα εξανεμίζονται

Μένει η αρχική ηχώ των ονομάτων τους.


Το τραπέζι παραδέρνει στο διάστημα

Με τους ποιητές επάνω του

Από τα χάσκοντα στόματά τους

Δέσμες φωτός εξερευνούν το μέγα άγνωστο.



Ο Larry Cool έχει γράψει το μυθιστόρημα, ΤΟΝ «ΚΑΝΕΝΑ»... ΘΑ ΤΟΝ ΦΑΩ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ!, εκδόσεις Τυφλόμυγα-Αμόνι.

Βιβλιοπωλεία: Πρωτοπορία, Παπασωτηρίου , Πολιτεία, Ιανός.


21 Νοε 2007

Ζ - Η - Θ


(η Ζωή ως ένατο γράμμα - Θεός ή Θάνατος)

(Μνήμη Χ.Λ.)


Απ’ το Εφτά ως το Εννιά

ένα πήδημα μικρό

ή μια γέφυρα γυμνού προορισμού.

Τα συστατικά αγνώριστα και στις Αρχές ακόμα,

θολά τα μέτρα, τα σταθμά αζύγιαστα·

ασίγαστα, η μπόρα της αλήθειας μας προκαλεί.

Τον Ασφαλιστή μας στους ουρανούς γλυκάναμε

κι αδιάβαστα τους όρους υπογράφουμε

καλή τη πίστει.

Μα ο Εκτιμητής γύρω μας εδρεύει

και ενεδρεύει ως Άχαρις Κριτής

αφήνοντας ελεύθερους τους χώρους

να παίξουμε, να κλάψουμε, να δράσουμε,

να αποδείξουμε ή κι εν τέλει να παραιτηθούμε.

Σ’ εμάς ο χρόνος (κι ο κάματος δικός μας),

τη γέφυρα -πώς;- να περάσουμε

σημειωτόν, βαδίζοντας ή τρέχοντας τυφλά;

Ή μήπως στο ρεύμα να βουτήξουμε

κι επισκεπτήριο λευκό ν’ αφήσουμε

ενθύμιο διοδίων;


–Πώς είπες πως τη λέγανε;

Μίτο ή Αριάδνη;

–Ζωή, την κολακεύαμε,

Λύκο και Κόπο κι Όνειρο, τη βρίζαμε τα βράδια.

Είχε καιρό μπροστά της,

μα απ’ το Εφτά ως το Εννιά,

στο Ήτα το ανορθόγραφο

κολλήσαν τα κανιά της.


Ω! Ήτα του άπειρου 8,

Ήττα μετά το Ζήτα,

Θήτα, εσύ, το τέλειο και άδοξο κενό!


14 Νοε 2007

Η Εξορία (του Βασίλη #6)

Μαύρα μάτια έκανα μέχρι να δω στο ταχυδρομείο μου το πιο αγαπημένο μου από τα ποιήματα του φίλου Βασίλη Κόκκοτα. Δεν θα περιγράψω πως αισθάνθηκα και πως με κούνησε όταν το πρωτοδιάβασα! Αυτό που μπορώ τώρα να κάνω, είναι να το συν-κοινωνήσω:

----------------------------------------------

«Είχε εξελιχθεί αφήνοντας τους άλλους μακριά πίσω του.

Μονάχος σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, με τις λέξεις στο νου του,

είχε αναπνεύσει πάλι τον καθαρό βουνίσιο αέρα της χαράς.»

Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, Το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα


Εγώ ήμουν ένας τυφλός λοστρόμος

Έσφαξα τα αλμπατρός με σκουριασμένο αγκίστρι

Και απ’ την πίπα μου γλιστρούσαν ξεπουπουλιασμένα σύννεφα

Εγώ, καθώς διάβαζα τις αναγγελίες των θανάτων

Έχασα τα μάτια μου. Αργότερα, με τον καιρό, πέτρωσαν

Κι έγιναν παμπάλαιες βρύσες κάτω από μια νύχτα που πέθαινε

Εγώ, κλεμμένο ατλάζι από χωροφύλακες

Εγώ δεν μπόρεσα να πω

Μόνο η καρδιά μου μεγάλωνε

Και στο τέλος χώρεσε μια ολόκληρη πόλη.

Περάσανε ένα εκατομμύριο δευτερόλεπτα από τότε

Μα εγώ δεν έπαψα να χτυπώ

Μέσα μου δίχως αστέρια

Εγώ έγινα κάτι άλλο

Μέχρι το πρώτο μου κλάμα

Ήμουνα μια βουκαμβίλια

Τώρα στεγνώνω μ’ άγριο στειλιάρι το υγρό μου δέρμα

Και περιμένω εισιτήριο σε λίστα αναμονής

Εγώ ποτέ δεν είχα αποξηραμένα άνθη στο φόρεμά μου

Εγώ ποτέ δεν είχα τίποτε

Εμένα τα βήματα μου…

Εγώ είχα βήματα που πονούσαν μέσα στους άδειους δρόμους.

Εγώ δεν έχω πια τίποτα

Και οι γλάροι στρέφουν πίσω τους το βλέμμα

Και τα κοχύλια κόβουν βήμα

Ενώ αγκομαχώ πασχίζοντας ν’ ακολουθήσω

Εγώ ήμουν πουτάνα κάποιου σαμουράι που έκανε χαρακίρι

Πριν από χρόνια είδα τον φλογισμένο ήλιο στον ύπνο μου

Κι από τότε κουβαλώ μαζί μου τα μυρωμένα του άντερα

Και περιμένω απ’ τον άνεμο χρησμό

Εγώ έχω δυο δεκάρες πάνω μου για να τσιμπήσω κάτι

Αλλά μου είπαν πως αυτοί που ‘χουν στ’ αλήθεια τα αρχίδια καταπίνουν κοφτερά γυαλιά

Εμένα οι λέξεις μου τελειώνουν κι εγώ είμαι οι λέξεις που τελειώνουν

Εγώ, βραχνής σάλπιγγας γελοίο θάρρος

Και θύρας ανοιχτής πετροχελίδονο

Που εμφανίζεται μόνο στον ύπνο σου

Εγώ ήμουν ψίχουλο που έπεσε απ’ το στόμα σπουργιτιού

Και το μάζεψε ένας κανίβαλος μέρμηγκας

Που άκουγε μόνο απ’ το ΄να αυτί

Εγώ άκουγα τα πάντα έξω από μένα

Μα την ηχώ σου έκρυψα σ’ έναν σιωπηλό βυθό

Της μοναξιάς ευεξήγητος συνεργός

Και του έαρος αλλεργικό χιόνι

Εγώ εν τω ενύπνιο χαμήλωνα τα φώτα

Και συντηρούσα τον κόσμο μέσα σε μια ένυδρη κρούστα

Τα νυχτοπούλια όμως ισχυρίστηκαν πως αυτό είναι μεταφορά

Γι’ αυτό κι εγώ αγόρασα έναν χαρτοφύλακα

Για να διασώσω τα χρυσά μου δόντια

Εγώ υπήρξα η σκιά με το ματωμένο γόνυ

Η πληγή μου στραφταλίζει στο σκοτάδι ωσάν το απομεσήμερο

Εγώ δεν ενέσκηψα στην ηθική των αστυνομικών δελτίων

Κι έτσι, δυσήττητος μες στην προβιά μου,

Έγινα ο ανήλικος φονιάς των αγίων

Εγώ θα πω σ’ αυτόν που φεύγει –άκουσέ με,

Μην χαθείς ήρεμα στη νύχτα.

Θύμωσε, οργίσου με τον χαμό

Εγώ δεν ήμουν κτήνος μήτε και θεός

Ένα ξυλουργείο κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου

Και για τριάντα τρία χρόνια μαστόρευα μονάχος τον σταυρό μου

Εγώ, αν κι εθέλεχθρος των παγωμένων ακτών

Δεν θα υποβάλλω μήνυση στους λέμμους

Που πνίγονται σε κρύες θάλασσες

Σκανδαλισμένος μόνο απ’ το γεγονός, θα συμμετέχω σε διαλέξεις κηπουρών περί αθανασίας

Εγώ κοιμάμαι κάθε βράδυ μ’ έναν νεκρό

Όταν ξυπνάει αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο

Την ίδια ιστορία για εμένα

Εγώ μιλάω μ’ ένα περιστέρι

Μια φτερούγα του είναι θαμμένη στα μαλλιά σου

Κι αχνοφαίνεται καθώς στρέφεις το πρόσωπο

Στο πρωινό παράθυρο

Με ρωτάει τι χρώμα ήταν

Και μου λέει να κάνω υπομονή

Έπειτα σιωπούμε, αναλογιζόμενοι και οι δύο αυτό που λείπει

Εγώ, in vino veritas, ο ειλαπιναστής σεπτών ανθέων

Κι εγώ, δυσπέμφελος συλλαβισμός της καταιγίδας σου,

Διηνεκής αγνοούμενος πλέον.


© Βασίλης Κόκκοτας

Ο Χένρι Μίλερ από τον Γ.- Ι. Μπαμπασάκη



"Η απόλυτη επικαιρότητα του Χένρι Μίλερ" θα είναι το θέμα που θα διαπραγματευτεί ο συγγραφέας και μεταφραστής Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, στο πλαίσιο των Δευτεριάτικων εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου "Σύγχρονη Έκφραση", στη Λιβαδειά.
Η ομιλία- συζήτηση θα γίνει στις 19/11 στις 8:15.

Τυχεροί εμείς οι Λειβαδίτες!


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά

τηλ.& fax (22610)23136, e-mail: n-lamp@otenet.gr


10 Νοε 2007

Το Αντίστροφο Αυγό (#3)


20.

'Οταν το τσόφλι μου θα ξανασπάσω

στον εαυτό μου θα τυλιχτώ,

σαν έμβρυο παρθένο θα ξεράσω

τη σιγουριά που μου προσφέρατε εδώ.


8 Νοε 2007

Οι πουτάνες δεν φιλάμε


-Κοιμάσαι; Πες όχι!

Γιατί παγώνουνε τα χέρια μου;

Γιατί τα πόδια μου δεν με κρατάνε;


-Είναι που άπληστα πήρα το ρόλο σου.

Υπέροχα τα ρούχα σου μου πάνε,

να τρυφερεύω όμως, δεν μπορώ αιώνια,

χάνω τα λόγια μου, πέφτω απ’ τα κλώνια,

θυμώνει ο σκηνοθέτης.

Ξαναβουτώ μονός στο ορυχείο μου,

γδύνομαι το δέρμα, τους δυναμίτες ζώνομαι,

και αμαυρώνομαι

της ενοχής επαίτης.

Τα φωνήεντα αισθήματα ακόμ' αχολογάνε,

μα να πνιγώ ή να σωθώ στο στόμα σου δεν το μπορώ,

μη το ζητάς, είναι γνωστό από παλιά,

στο στόμα, οι πουτάνες δεν φιλάμε…


31 Οκτ 2007

Άλλο Rodin κι άλλο Cobain!



Μόλις βρω τα βήματά μου
Θα σύρω τον δικό μου τον χορό.
Μπορεί να είναι τσάμικος
Μπορεί και heavy metal.

Που πα’ ρε γύφτο με το τζήν,
Εδώ χορεύει το ευ ζην!

Η Ιστορία στα θρανία


«Η μάχη της ιστορίας στα χαρακώματα της σχολικής αίθουσας» είναι το θέμα που θα παρουσιάσει η καθηγήτρια Ιστορίας κα Χριστίνα Κουλούρη, στο πλαίσιο του κύκλου «Κοινωνία και Ιστορία». Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στη Λιβαδειά, στο βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Έκφραση» (Δευτέρα 5/11, στις 8:15).

Εννοείται πως θα είναι, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα και η συζήτηση που θα ακολουθήσει.

Για τους φίλους που δεν γνωρίζουν, οφείλω να ενημερώσω ότι οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στο βιβλιοπωλείο 15 χρόνια τώρα, διεξάγονται σε επίπεδο που θα ζήλευαν πολλές διαφημισμένες «κεντρικές». Απ’ όλες τις πλευρές: θεματολογία, εισηγητές, κοινό και ενδιαφέρον των συζητήσεων.

27 Οκτ 2007

Το Αντίστροφο Αυγό (#2)


9.

Ονειρεύτηκα τον πατέρα

Που κέρδισε στη πρέφα.

Με κέρασε πορτοκαλάδα «Αγνή».


10.

Ο πατέρας έχει χοντρά μπράτσα.

Δουλεύει κομπρεσέρ στη ΜΟΜΑ.

Είναι ο πιο δυνατός.

Δεν μπορώ να τον πονέσω.


11.

Όταν μεγαλώσω

Θα φορέσω ρούχα αλλιώτικα

Από του αδερφού μου.


12.

Στον πυρετό μου βλέπω τεράστιους κύβους

Ελαφριούς σαν πλανήτες.

Εγώ είμαι βαρύς.


13.

Όχι άλλο σαπούνι στον πωπό.

Δεν είμαι δυσκοίλιος.

Τα σκατά είναι που σιχαίνομαι.


14.

Μ’ αρέσει η θεία μου.

Ντρέπομαι.


15.

Φοβάμαι τα σκυλιά.

Όταν μεγαλώσω

Θα έχω δύο.


16.

Δεν μπορώ να καταλάβω

Τι με σπρώχνει να σπρώχνω το κορδωμένο μου πουλί

Στην κοιλιά της Κατερίνας.

Πονάει!


17.

Όχι άλλες κουβέρτες.

Μ’ ένα χάδι, μάνα, σκέπασέ με.


18.

Μη με φασκιώνεις, μάνα!

Θέλω ν’ αγγίζω το πουλί μου.


19.

Να παίξουμε κρυφτό.

Αν δεν με βρίσκετε

Στη μήτρα της μαμάς μου θα κοιμάμαι.



23 Οκτ 2007

Το Αντίστροφο Αυγό (#1)



1.

Μόλις γίνω πάλι παιδί

Θα σε ξαναγαπήσω απ’ την αρχή.


2.

Τη ξέρω αυτή τη μυρωδιά σου!

Στην πρώτη μου ανάσα

Ένα μουνί

Με πασάλειψε με αίμα.


3.

Μάνα

Μουνί

Μαρία

Ένα Μι όλη μου η ζωή.


4.

Ο μπαμπάς ξυριζόταν με ξυραφάκια Astor.

Σαν πρωτότοκος

Τον κληρονόμησα.

Τώρα κόβομαι κάθε μέρα.


5.

Ο μπαμπάς καπνίζει «Έθνος Εξαιρετικά»

Ζηλεύω που χτυπάει το τσιγάρο στο πακέτο:

Ταπ ταπ ταπ.


6.

Το βράδυ που θα ’ρθει ο μπαμπάς

Θα μου φέρει καβούρια.

Η μαμά θα του πει να με δείρει.


7.

Ο μπαμπάς μυρίζει λευκό σαπούνι «Ερμής».

Η μαμά κρεμάει το σκοινί.


8.

Δε θέλω άλλα μπράβο.

Να παίξω θέλω.


16 Οκτ 2007

Παράπονο


Χαρά στη μνήμη που σε παίζει

σα τραπουλόχαρτο κάτω απ’ το τραπέζι.

Χαρά στη λήθη που σκορπάς

ανθέ της πέτρας, δε με χωράς-

με μεθάς.


Φυόμαστε (πότε pause και πότε play)

στο δευτερόλεπτο που κλαίει

εν’ αγγελάκι πεταμένο, ορφανό,

σ’ ένα παράδεισο βουβό,

χωρίς θεό.


Καλώδιο είμαι δίχως άκρη.

Φέγγω στη νύχτα φαναράκι,

πυγολαμπίδα στου διάσελου το STOP

σαν ένα γήπεδο χωρίς γκολπόστ∙

vemë më posht!*


---

*Πάμε παρακάτω (αλβ.)


15 Οκτ 2007

"Τρία κείμενα για την ουτοπία" (παρουσίαση στη Λιβαδειά)



Ουτοπία του Thomas More

Νέα Ατλαντίς του Francis Bacon

Η νήσος των Παϊν του Henry Neville





Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου “ΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ), τη Δευτέρα 22 Οκτωβρίου, ώρα 8.30 μ.μ., το βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση διοργανώνει εκδήλωση με θέμα:

Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

με ομιλητή τον Στέφανο Ροζάνη (διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο).


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά

τηλ.& fax (22610)23136, e-mail: n-lamp@otenet.gr

9 Οκτ 2007

Μνήμη αντί μνημοσύνου

9 Οκτωβρίου 1967, La Higuera, Βολιβία 27 "Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον συνήγαγον ἐπ' αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν· 28 καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην"


Guevara

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: "Καμάρι μου, κοιμήσου".
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το 'λεγε, ποιος το 'λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ' τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ' ανοιχτά.
Στ' όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ' τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ' ένα αλώνι.)
απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ' αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.


Νίκος Καββαδίας, 1972
"Τραβέρσο"

4 Οκτ 2007

Γονείς

video

Μερικά παιδιά εύχονται οι γονείς τους να ήταν ζώα!...

.

3 Οκτ 2007

Βιογραφικό


Στην κωλοτσέπη

χωράει όλη η περιουσία μου.

Το αμήν της παρουσίας μου

πυροβασία

και Θεός σπασμένος

σε φέτες κομμένος

καθρέφτης.

Μαεστρικά την καίω την ουσία μου.


Ένα ζευγάρι μου φτάνει για παπούτσια

κι ένα βρακί για να μη ντρέπεστε τη γύμνια μου,

μ’ ένα μακό τυλίγω τα ρουθούνια μου

-αίμα παλιό και κατακόκκινο-

μπρούσκο κρασί από ηφαίστειο που σκάει.

Σε γαϊδουράγκαθα ήταν ανέκαθεν οι βόλτες μου,

παραδίπλα, σε ρέματα αγρύπνιας έκαιγα τα φτερά μου,

σε ξεροπήγαδα κατούραγα αγάπες

και σε πελάγη ανάβαθα, κλαίγοντας κρυφά,

τις μούσες μου τις έπνιγα.

Πικραμύγδαλα των φίλων τα κεράσματα,

χαλάσματα

τα χάδια

και των ερώτων οι επιταγές.


Σκουπίδια, πάντως, δεν άφησα στο δρόμο μου,

στα σπλάχνα μου και γύρω θα τα βρείτε όλα:

Πουστιές και προδοσίες που δεν πρόλαβα,

αγκαλιές που αποδείχτηκαν μπακίρια,

θυσίες εις διπλούν που υποτίμησα

και τελικά προτίμησα

σταυρό αντί ελέους.


3.10.07

Βιβλίο για τον Λάμπρο Κατσώνη


Εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου του Γιούρι Πριάχιν «Ο Λάμπρος Κατσώνης στην ιστορία της Ελλάδας και της Ρωσίας» θα πραγματοποιηθεί στο βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη έκφραση» στη Λιβαδειά, την Δευτέρα το βράδυ.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται για πρώτη φορά στοιχεία από τα Ρώσικα Κρατικά Αρχεία που φωτίζουν και συμπληρώνουν την προσωπικότητα και την ιστορική φυσιογνωμία του παρεξηγημένου Λειβαδίτη ναυάρχου.


"Σύγχρονη Εκφραση", Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά τηλ.& fax (22610) 23136, e-mail: lamnik@acn.gr

26 Σεπ 2007

ΒιοΠορεία

Βουλιάζουμε αγέρωχα.

Και αποτυχημένοι άγιοι,

λίγο πριν την τελείωση,

προσευχόμενους

μας τρώνε τα λιοντάρια.

Είλωτες σε άγνωστο θεό,

μ’ ένα καφέ σε πλαστικό στο χέρι,

γυμνοί και ανυπόδετοι

κινάμε για μέρη άγρια

ανύποπτοι σαν μονομάχοι.


Βουλιάζουμε αγέρωχα.

Αμφίβια ανασαίνουμε

και μισότυφλοι στο νου

αλαλάζοντες, κακήν-κακώς, πλέουμε

την παστωμένη μας ζωή,

που -επί ποινή χαράς- μας δάνεισαν

οι μεταπράτες των ονείρων.


Η Γη της Επαγγελίας

αποδείχτηκε μπαΐρι.





update:



24 Σεπ 2007

Αλκυόνες κι αράχνες

Τί λέγαμε για Αιγαία λογοτεχνία;
Αιγαία λογοτεχνία, παραθαλάσσια χώνεψη, τώρα και σε ορεσίβια έκδοση!

Να και τα "ευπώλητα" (ωραίος όρος, κυριολεκτικός) του καλοκαιριού, στη Λιβαδειά, που δεν διαθέτει θάλασσα -μέχρι τώρα τουλάχιστον- απ' όσο ξέρω.

Λέω να τα συμμαζέψω και να τα προωθήσω, 10 σε 1! Αφού πουλάει το κάθε ένα ξεχωριστά, χαμός θα γίνει αν βρίσκονται όλα σε ένα έργο! Θα σπάσω στο φράγκο!
Ας κάνω την πρώτη απόπειρα:

«Το ταξίδι που λέγαμε να κάνουμε στο νησί, μας πήρε μια ζωή, δυο ζωές. Φτάσαμε με χιόνι και μείναμε στο σπίτι δίπλα στο ποτάμι. Ενώ ο γιός έψαχνε τη μάνα και το νόημα της ζωής του, του επιτέθηκε ένα σμήνος εντόμων. Τα τσιμπήματα τον έκαιγαν σαν το φιλί του δράκου. Αποζήτησε ανακούφιση στη σκιά της πεταλούδας. Αλλά που καιρός για θαύματα!...»

Σα καλό μου φαίνεται! Με μερικά δωρέαν σποτάκια-σφήνες στην εκπομπή της Ανίτας και με έναν πιασάρικο τίτλο του στυλ "Μυωπική Αγάπη Στο Μπουντουάρ", θα χεστώ στο τάληρο! Άσε που θα με καλέσει και η Δρούζα...

[Τί ποίηση και μαλακίες! Τί Παπαγιώργης και Dawkins!...
Εμπρός στον δρόμο που χάραξε η Μάιρα!]

***
Τα στοιχεία είναι από το Βιβλιοπωλείο
"Σύγχρονη Εκφραση".
"Σύγχρονη Εκφραση", Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά τηλ.& fax (22610) 23136, e-mail: lamnik@acn.gr

18 Σεπ 2007

Ο βλάξ ως Άνθρωπος και το Αναπότρεπτον


Το θηλυκό του Ανθρώπου είναι η βλακεία. Το αρσενικό ο βλαξ. Ουδέτερο είναι το μπέηζμπολ.

Το κουτί ομοίως είναι ουδέτερο, οι κουτοί, όμως, δεν είναι ουδέτεροι: εμπλέκονται ως πλησίον και φυτρώνουν ανθρωποειδώς ολούθε αυθωρί και παραχρήμα, χωρίς να τους σπέρνουν. Παντού. Ακόμα και στη θάλασσα. Ιδίως στη θάλασσα και στις παραλίες κατά τους θερινούς μήνες.

Ο κουτός δεν έχει κέρατα, ώστε να τον διακρίνεις από μακρυά και να τον αποφύγεις.

Ο κουτός είναι νάιτ κλαμπ με σβησμένα φώτα.

Ο κουτός είναι μεταλλαγμένη μάνα: γεννοβολάει αβέρτα χωρίς την ανάγκη δότη. Σπέρνει βλακείες ακόμα κι εκεί που περισσεύουν οι πρεσβείες της Παναχράντου.

Η βλακεία είναι ασύρματο δίκτυο που πιάνει παντού.

Η βλακεία προϋπήρχε του ανθρώπου. Και του θεού. Όταν εξαφανιστεί η ζωή στη Γη, θα είναι η παραμένουσα ακτινοβολία που θα επαναδημιουργήσει το πρώτο νετρινικό κύτταρο μέσα από λίμνες μεθανίου και κλανιάς. Ως εκ τούτου θα εκκολαφθεί και ο θεός που θα συντηχθεί σε αμφίβια αμοιβάδα ώστε να αποτελέσει την γενεσιουργή αιτία της επανίδρυσης της βασιλείας του Ανθρώπου.

Εγγενές πρόβλημα της βλακείας είναι ο Άνθρωπος. Ο Θεός έπεται.


Tzimis Panoyshs - ...

Τζίμης Πανούσης - Σ' έχω κάνει θεό


8 Σεπ 2007

σοφία ορθία


  • "Το μέλλον φτιάχτηκε για να αλλάξει".
Πάουλου Κοέλιου

  • "Το σαλόνι άμα παλιώσει πρέπει να αλλάζεται".
μαστρο-Μήτσος


7 Σεπ 2007

Ζιγκουάλα με σαφράν (Παύλος Κοέληος πέρδων)



Στις όχθες του ποταμού Αλφειού, δεν κάθησα και έκλαψα, γιατί όταν δεν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί ώστε να μαζευτούν 50 βλάκες και 50 συμφεροντολάγνοι, για να επέλθει το απευκταίο 100%.


Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, και η δεσποινίδα Παμ παρομοίως, εκλογές έστηνε, καθότι ο προϋπολογισμός πέταγε σαν την ΑΕΚ στα φιλικά, αλλά για να κατεβεί στο πρωτάθλημα πρέπει να καλυφθεί η Σαλώμη με τα εφτά πέπλα της κωλομπαρίας, (σόρυ, αυτό είναι έργο του Τομ Ρόμπινς ή του Σπηλιωτόπουλου –μπερδεύομαι), και τελικά να παρατήσει τα dvd και τα πεηστέισον και με τη χάρη μιας Νταϊάνας νηπιαγωγού-χειρουργού να τάξει λαγούς με πέτρα στα χείλια του Ατενών (μυαλών) και Πάσης Panelάδος, ώστε μέσα σε έντεκα λεπτά με αποστηθισμένο το εγχειρίδιο του πολεμιστή του φωτός που του ενεχείρισε ο flyin high σαμουράι Λόρδος Βύρων, υιός του ελληνοβλύτου-ελληνοβλήτου Πολύδωρα, να καταφέρει ως Ζαχίρ να ψηφίσουν, όχι τα δέντρα –αυτό είναι κοπυράιτ του μπάρμπα που εκτίμησε δεόντως το διαμέρισμα του Ευταξία και τα μασίφ του Αβέρωφ (του θωρηκτού;)- να ψηφίσουν, ενδέχεται, οι πυροπαθείς τσιγγάνοι των Άνω Λιοσίων Ζαχάρως μια επανέδραση του κράτους, καθότι η απορρόφηση των κονδυλίων στο Γιακουμάτειον Ίλιον πάει σφαίρα! Μπορεί και ζαρντινιέρα!

Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα και έκλαψα, γιατί στο χωριό μου ούτε Πιέδρα έχουμε, ούτε καν ποτάμι. Το Ξερόρεμα που μας χωρίζει από τους βλάχους της Κολάκας έχουμε, αλλά κανένας καργιόλης Κοέληος δεν έγραψε μια παράγραφο κι ας πηγαίνουν φούντο τα καπνά! Γι΄αυτό κι εμείς θα σπείρουμε κάτι άλλο μέσα απ΄τις καλαμποκιές (όχι ότι δεν το κάνουμε ήδη!).

Πόσα απίδια πιάνει ο σάκος, ποτέ κανείς δεν έμαθε! Πόσο καραγκιόζηδες γίναμε (ή ήμασταν;) καμία στατιστική δεν θα το δείξει! Δειλοί κι άβουλοι αντάμα, ωραίοι ως μοιραίοι στις πόρτες των Πρίβιλετζ και στα παρμπρίζ των όψιμων 4Χ4 γαιδάρων, σταχτώνουμε τα μαλλιά μας, άλλοτε ως Κασσάνδρες σε βίντεο κλιπ του MAD, άλλοτε σαν κουφάλα μάγισσα του Πορτομπέλο και στην καλύτερη ως Γονίδης σε καρέκλα σκηνοθέτη, διατάζουμε δε και διατάσσουμε εαυτούς σε φάλαγγα κατ΄άνδρα, σε πρωινή αναφορά ενώπιον του λοχαγού Κρατίνου (μπορεί και Κρετίνου, με μπερδεύουν τα συνώνυμα).


  • Όταν θέλουμε κάτι πολύ, όλοι οι κόπανοι συνωμοτούν για να μας επιτρέψουν να χάσουμε τον στόχο. (Ο Αλχημιστής στη Στέγη)