Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Ιουλ 2009

9 μήνες μετά (μας γκάστρωσες, Παράλληλε!)

«Είναι διγαμία να αγαπάς και να ονειρεύεσαι».
Κι αν δεν φύγεις -λέω γω- δεν έρχεσαι!...

Τα ‘φτυσα, ο Παράλληλος! Τα ‘φτυσα η πουτάνα! ήθελα να πω…

Απέχει ο Παράλληλος από τα μπλόγκζ, λέει! Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι και η Φατμέ στο Γενί Τζαμί! Παράλληλα, έπεσε και η τιμή του μπρεντ! Της Γης ο άξονας όμως, συνεχίζει για την ώρα να χορεύει ανούσια, παρά τους φόβους του πατρός Άνθιμου.
Οι άντρες γεμίζουμε το επώνυμο βρακί μας με το βαμπάκι που λείπει απ’ την καρδιά μας, ξυρίζουμε το στήθος μας μπας και φανεί μια στάλα καρδιά! Οι πουθενάδες!... Η δηθενιά στο βάθρο της! Χρυσό μετάλλιο στους Ευκολιακούς Αγώνες!
Οι δε γυναίκες πολλαπλασιάζουν τους στροβιλισμούς στις λέξεις και καταπίνουν ως Κρόνοι μετά από νηστεία αιώνων ό,τι αγαπούν και φτύνουν ό,τι θα ήθελαν να δαγκώσουν, αντικαθιστώντας τα αποξηραμένα γενέθλια άνθη της βιβλιοθήκης με άψογες κατάρες!
Η πολλή άμυνα τρώει τον αφέντη, μάτια μου!…

-Μίλα, Υποβολέα!
-Μπάμπης Στόκας περιοδεύων και στόκοι εραστές περιδεείς ως εράσμιες γυψοσανίδες∙ σκηνικά σεξουαλικής ανενόχλησης πνιγηρά σαν προθάλαμος χειρουργείου, όχλος ανήλιαγος που σκίζεται για την πολιτική ορθότητα ενώ θα ήθελε απλά να ξεσκίζεται με εχθρούς και φίλους -overdose υποκρισίας!
Η Τάσος και ο Γκόλφω πληρώνουν για να μην πηδηχτούν, πληρώνονται για την εθελουσία έξοδό τους απ’ τ’ όνειρο και κολλάνε ένσημα στην αρραγή τυφλότητα που απαιτείται, ώστε να βγάλουν πρόωρα στη σύνταξη τη ζωή τους πουλώντας κοψοχρονιάς παιδιά και γκόμενες και εραστές για ένα ρόλο στο «μαλάκα έχεις ταλέντο». Στις παραλιακές των μαγαζιών και στα κωλόμπαρα των επιδοτήσεων, επίγονοι ανθρώπων σνιφάρουν κρίση και ομόλογα, πίνουν τον άμπακο σε ανοσία και κλειδαμπαρωμένοι σε στενάχωρες καρδιές, ορκίζονται στο φταίξιμο των άλλων.
Οι άλλοι -μήπως εμείς, Κύριε? μήπως εμείς?- δειλοί, ψαγμένοι κι άβουλοι αντάμα, γλάροι των σκουπιδιών που πετούν κατάχαμα, πίνουν το κρασί του φίλου που κεράτωσαν και τραγουδάνε το «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραία» σε κάθε περίσταση, σε κάθε περίπτωση, σε κάθε οδό, σε κάθε μαλακιζμένο φαγοπότι σε ταβέρνα ή μπαρ που παίζει μουσική αεροδρομίου με ντεκόρ νοσοκομείου.

-Μίλα, Βάτραχε!
-Διατρέχω αισίως τα 47 και ευτυχώς δεν αισθάνομαι ότι χρειάζομαι φωτοσοπιές. Τα άστρα μου συνηγορούν σε καριέρα κλόουν. Αν τα πιστέψω θα τα επιβεβαιώσω. Έχω λοιπόν, 200 χρόνια επιτυχίας μπροστά μου. Λέω να παίξω τα μισά στο χρηματιστήριο της αγάπης τώρα που το πετρέλαιο του μίσους είναι στα κάτω του και το piercing που ορίζει τον πάτο της κατάθλιψης μοιάζει χάδι σε μωρό. Χάδι σε μωρό! Χάδι στον μωρό! (Μήπως εγώ, Κύριε? μήπως εγώ?)

-Μίλα, Προμηθέα!
-Ζωή σαν μυίγα. Μυίγα, με ύψιλον και γιώτα, για να ακούς τον σκατοθόρυβό της ολόκληρο! Την έχεις συνέχεια μπροστά σου, σκατοζωή, να σ’ ενοχλεί και να σιχαίνεσαι να την σκοτώσεις. Είκοσι μέρες ζει το βρωμοέντομο. Ενώ εσύ -το καθαρό έντομο- ζεις είκοσι λεπτά και ένας υμένας αειπάρθενος σε χωρίζει από τα υπόλοιπα ογδόντα σου χρόνια. Ο χρόνος άρχει! Οι δε άρχοντες, σαν καλοί εταίροι του, θα στον δανείζουν μέχρι να δούνε το χαμόγελο των δοντιών σου. Τότε, και τον τόκο θα πληρώσεις και γκέισά τους θα γίνεις και συγνώμη για την ύβρη θα μαργώνεις στα πόδια τους. Πουτάνα με πληρωμή ένα πήδημα: δώρον άδωρον!


-Μίλα, Κίρκη!
-Κόψε το τσιγάρο, βλάκα, καταστρέφεσαι! Πιες τις πρέζες που ελέγχω και δήλωσε άρρωστος. Άρρωστος είσαι έτσι κι αλλιώς! Δήλωσέ το, να πάρεις και αναρρωτική. Με τρεις μέρες οδοιπορικά για τη Μύκονο. Ή για τη show biz. Έστω των μεσημεριανάδικων. Να ‘χει αντίκρυσμα η ξεφτίλα σου…

-Μίλα, Καθρέφτη!
-Ξυρίσου υπάλληλε! Ξύρισε κι εσύ το μουνί σου, καρδιά μου, οι τρίχες είναι passé! Μόνο οι τρίχες της Paris και των ΜΜΕ είναι τρέντυ. Φόρα μια οθόνη Rayban, βισμάτωσε botox στις κομμένες γράνες των ραγιάδικων ραγάδων σου, σφήνωσε κι ένα subwoofer στο υπογάστριο σου, να έρθουν να μοιάζουν ιδανικά προσποιητοί οι οργαζμοί σου!

[Κι εγώ ο άμοιρος που ακούω Metallica κι αμέσως μετά το «εμέτρουνα τα ζάλα μου» απ’ τον Ζερβάκη, θα καώ ο πρόστυχος στην κόλαση της Ορθότητάς τους. Ελπίζω ότι εκεί τουλάχιστον, δεν θα με ακολουθήσουν οι καλοί ανθρώποι. Αυτοί που αγαπάνε με πίστωση και χαϊδεύονται χωρίς να καταφέρουν να οργάζονται ούτε καν κατά μόνας!]


Ο χρόνος μου τελείωσε, μα έχει ξαναρχίσει,
καθώς πάντα θα έρχομαι, ενώ μπορώ να φεύγω.


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

Φεύγω - Ορφέας Περίδης

23 Σεπ 2008

Ο φυλλοβόλος


Έβγαλα τον σκύλο βόλτα και τα θα από την κατάψυξη. Ή το αντίθετο; Αμόλησα το ζώο στα χέρσα της γειτονιάς και το άφησα να κυλιστεί στη λάσπη. Τα θα δεν έλεγαν να ξεπαγώσουν. Μες στη βροχή το ζώο μου βοσκούσε τα σαλιγκάρια που έκρυβα στο γέλιο, στα ανέξοδα ξενύχτια και στα σεντόνια γλέντια. Τα θα βραχυκύκλωσαν από τις κονσέρβες που τα τάιζα καιρό. Τα σαλιγκάρια κόλλησαν σα πεταλίδες στα πόδια της σκυλοζωής και όλο ανέβαιναν. Atropa Belladonna με καβούκι και δόντια οι εξορισμένοι όρκοι. Πλημμύρισαν το ζώο τόσο που γονάτισε από το βάρος. Ούτε οι τρίχες του δεν φαίνονταν. Ένα Ηλί! πρόλαβε να ουρλιάξει και άρχισε να δαγκώνει και να δαγκώνεται…

Γνωστό τοις πάσι: Ο πνιγμένος από τα θα του πιάνεται!

.

14 Αυγ 2008

Μόνο αλήθεια!

Γιατί τα γράμματά σου δεν φτάνουν ως εδώ;
Οι ταχυδρόμοι δεν αντέχουνε το βάρος;
Πες τους μη σκιάζονται το μπλογκ,
δεν θέλει password το δυάρι!
Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω σκύλο στην αυλή
ούτε καν το κλειδί στην πόρτα.
Όποτε θες μπορείς κι εσύ να ‘ρθείς
χωρίς ειδοποιήσεις κι sms να μπεις
κι ίσως με δεις να ψήνω τον καφέ
ή να με βρεις να κατουράω.
(Κατάκτηση ετών αυτό, pas de problème!)
Έλα και πες μου: «Χώρια σου, άλλο δεν μπορώ,
μακριά σου δεν αντέχω»!…
Θα σκύψω το κεφάλι και θα πω:
«Κι εγώ σε μίσησα το ίδιο»!


8 Ιουλ 2008

10+1 παράλληλα κι αδιάφορα


Ξανά-μανά παιχνίδι στα μπλογκ (σιγά μη γράψω μπλογκΣ)!
-Κεράστε μας 10 trivialies! πρότεινε η Ανέφελη.
Ας όψεται που είμαι ευγενικός και καλόβολος και δεν μπορώ να αρνηθώ.
Να λοιπόν τα ασήμαντα ενός ασήμαντου:


1. Βαριέμαι εύκολα. Κουράζομαι ασύστολα με τις κοινωνικές και αισθηματικές ταινίες. Σινεμά πάω 1 (ολογράφως μία) φορά τον χρόνο: μόνο για κάποια «εξτρέμ» ταινία, αν προκύψει καμιά τέτοια!

2. Ποτέ δεν κατάφερα να μου αρέσει ούτε 1 (ολογράφως μία) άρια. Μ’ αρέσουν όμως οι κλασικοί συνθέτες.

3. Μαγειρεύω νόστιμα τα δύσκολα φαγητά, αλλά δεν μπορώ να πετύχω τις τηγανητές πατάτες!

4. Φοβάμαι την αναπηρία, όχι τον θάνατο.

5. Ροχαλίζω.

6. Δεν απαντώ σε τηλεφωνήματα με απόκρυψη.

7. Χρησιμοποιώ «βρώμικες» λέξεις στον λόγο μου, αλλά όχι το «μαλάκα». Το τελευταίο μόνο σαν έσχατη βρισιά.

8. Είμαι φαν του παλιού Μπαγκς Μπάνυ και της παρέας του.

9. Καπνίζω (κληρονομικό χάρισμα).

10. Με εκνευρίζουν οι γλυκεροί ραδιοπαραγωγοί σε Δεύτερο, Δίεση, Μελωδία και με κουράζουν αφάνταστα τα R’n’B, ο Disney, το Χόλυγουντ, οι παπαράτσι που με κυνηγάνε :)) και ο συνάδελφος Κώστας Ζώγας όταν μου εξηγεί τα υπηρεσιακά θέματα: με πάει Αθήνα-Λαμία μέσω Βόλου!


+1:
Έχω τρομερή μνήμη: το πιο παλιό που θυμάμαι είναι ότι εννιά μήνες πριν πρωτοκλάψω, πήγα στο χωράφι με τον πατέρα μου και γύρισα με τη μάνα μου!

2 Ιουλ 2008

μπύρα, ζωή και κίνηση!

Η παράταση της πρόσκλησης δεν πήγαινε άλλο! Ο Scarface μου το ξεκαθάρισε: «Ή έρχεσαι τις επόμενες μέρες ή σου σημαδεύω το πρόσωπο!».

Σκλαβώθηκα! Την επίσκεψή μου στη Χαλκίδα (μια πηδ'σά δρόμος από τη Λιβαδειά), είναι αλήθεια πως την είχα καθυστερήσει -το οικόσημό μου γράφει retard περικλείοντας και τις δυο έννοιες του καθυστερημένου. Αλλά η τρυφερή και γλυκεία ως αμαρτία φωνή του Ευβοιώτη μπλόγκερ, που προς στιγμήν συνέχεσα (αόριστος του συγχέω) με του Γιώργου Αυτιά, ανέστειλε όλες μου τις αναστολές και την Τετάρτη ήμουν πιστός στο ραντεβού.

Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποδόσφαιρο 5Χ5 εφήβων 30 έως 102 ετών και στη συνέχεια παρακολούθηση του ημιτελικού Τουρκίας - Γερμανίας μετά σουβλακίων και ζύθου.

Η πρώτη επαφή εκτός ίντερνετ έγινε στην παλιά γέφυρα της Χαλκίδας. Ο γλυκός μου Σημαδεμένος μετά συζύγου και τέκνων με υποδέχτηκαν. Τι ευγενικά και καλά τα παιδιά τους! Καθόλου δεν μοιάζουν του πατέρα τους! Ο οποίος εγκληματώντας πάνω στην ψυχολογία του αγοριού, το είχε ντύσει με τη φανέλα του Σαλπιγγίδη. Ας είναι, μπροστά του θα το βρει!

Σε μια εξοχή στα όρια της πόλης ήταν μαζεμένοι οι παλιόφιλοι (το παλιο- έχει να κάνει με την ηλικία τους). Τα γυναικόπαιδα είχαν πιάσει τα τραπέζια στο παρακείμενο αναψυκτήριο και οι χαλκέντεροι ποδοσφαιριστές έβαζαν «ποδαράκια» όπως κάναμε μικροί(!) για να χωριστούν σε ομάδες! Μα, να μην έχω τη φωτογραφική!...

Ζήλευα. Μου ερχόταν να μπω κι εγώ μέσα, να παίξω και να αποτελειώσω τους χιαστούς μου! Αλλά δεν ήμουν ο μόνος. Ο καλός μου Scarface είχε έρθει κουτσαίνοντας, δεν μπορούσε να πατήσει καλά-καλά το πόδι του, αλλά επέμενε και έπαιξε όλο το παιχνίδι. Στατικά βέβαια, αλλά ο τρόπος που μοίραζε το παιχνίδι, μας επέτρεπε να διακρίνουμε την ποιότητα ενός ποδοσφαιριστή επιπέδου Πάουλο Σόουζα. Μη σου πω και Φέλιξ Μπόρχα! (Την επομένη του διέγνωσαν ρήξη συνδέσμων! Καταλαβαίνει κανείς την τρέλα για τη μπάλα!).

Το παιχνίδι άρχισε με τις καλύτερες προϋποθέσεις: Γκολ στα 40''. Στα 41'' το ενδιαφέρον ανέβηκε με κλωτσιές, βρισιές, ζαβολιές -τύφλα να 'χουν οι αλάνες! Ζωηρότατα τα παιδιά! Άρχισαν να ξεδιπλώνουν το ταλέντο και τις κοιλιές τους στο πλαστικό χόρτο. Τα γκολ βροχή! Οι βρισιές περισσότερες, οι κλωτσιές πηγαίναν γόνα! Άρχισα να φοβάμαι σύρραξη. Με καθησύχασαν: «Άλλες φορές κυνηγιόμασταν στα αμπέλια! Δεν τρέχει τίποτα!». Πράγματι, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, δεν έτρεχαν ούτε οι ίδιοι!

Το παιχνίδι τελείωσε με σκορ χάντμπολ, χαβαλέ και πειράγματα. Οι μεγάλοι παρέδωσαν το γηπεδάκι στα βλαστάρια τους. Καμμιά τριανταριά αγοράκια και κοριτσάκια (μα κάνουν τόσα παιδιά οι έλληνες?), ευχαριστήθηκαν άπειρη ώρα παιχνιδιού χωρίς φωνές και τσιρίδες! (Οι πατεράδες ήταν τα «κακομαθημένα» της βραδιάς).

Οι απωλεσθείσες θερμίδες έπρεπε να βρεθούν επειγόντως και αυτό έγινε μπροστά στις οθόνες του Γιούρο: κάτω απ΄τα δέντρα, πάνω στα πλαστικά τραπέζια, οι πράσινες, οι κόκκινες, οι παγωμένες μπύρες και τα αμαρτωλά γυμνά κορμιά των σουβλακίων επέτρεψαν στους αγωνιζόμενους οικογενειάρχες να ανακτήσουν πλήρως δυνάμεις και κέφια. Ποιος χρειάζεται ναρκωτικά? Ήταν ωραίο το ματς, αλλά ακόμα πιο ωραίες οι προκλήσεις προς τους Κουβανούς (=παίχτες του στοιχήματος που χάνουν, πάνε κουβά).

Περασμένα μεσάνυχτα πλέον άρχισε το παιδομάζωμα, με παρακάλια και αντίσταση κατά της Αρχής (των γονέων) από μεριάς των πιτσιρικάδων. Καληνύχτες και αυτονόητη ανανέωση του ραντεβού για την επόμενη Τετάρτη, σήμερα.

Πέρα από τη πλάκα, ήταν μια βραδυά με ζωή και υγεία. Η πραγματική επαφή, σωματική και ψυχική, μικρών και μεγάλων, δεν γίνεται στους καναπέδες και στα playstation. Στις Τεταρτιάτικες συγκεντρώσεις σαν των φίλων που γνώρισα συμβαίνει!

Να έχετε πάντα τέτοια διάθεση, μάγκες!

Περαστικά σου Scarface!


25 Ιουν 2008

1 από τα 5 *


Πάντα καθυστερημένος (retard στα αγγλικά και retard στα γαλλικά), θα μπω στο παιχνίδι που μου κότσαρε η demetrat, να καταθέσω δηλαδή 5 κατιτίς αληθοφανή για την αφεντομουτσουνάρα μου και από αυτά, το ένα να ισχύει στην πραγματικότητα.

Γράψε και κλάψε:

1. Το 1999 όντας πρωταθλητής στο τοπικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα Βοιωτίας με τον Ολυμπιακό (τι άλλο?) Λιβαδειάς, με ζήτησε ο Λεβαδειακός (στη Β’ Εθνική τότε) και ενώ ήμουν έτοιμος να υπογράψω επαγγελματικό συμβόλαιο, άλλαξε ο προπονητής και έμεινα με το στυλό στο χέρι! Από τότε ασχολήθηκα με την ποίηση και την πλήρωσε αυτή!...

2. Έχω εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές και την πρώην σύζυγό μου!

3. Το παρακάτω τετράστιχο από το «λένε για μένα» των Πυξ Λαξ, είναι δικοί μου στίχοι που τους ενεχείρισα στον Πλιάτσικα μετά από μια συναυλία στη Λιβαδειά:

«Πολλοί αναρωτιόντουσαν πώς έφτασε ως εδώ
ας φαίνεται καλό παιδί τι να το κυριεύει,
οι θύελλες που πέρασε δεν του 'βαλαν μυαλό
απ' το Θεό παιδεύεται και το Θεό παιδεύει».

4. Στα 5 μου, με έβαζαν τα γερόντια στο καφενείο του χωριού να τους διαβάζω τα νέα από την εφημερίδα «Ακρόπολις»· (το παιδί-μπουζί!)!

5. Έχω ποζάρει στο Play Girl (τότε που έκανα καταδύσεις).


-----


(*) Το τραγούδι δεν έχει σχέση με την ανάρτηση αλλά ταιριάζει στον τίτλο:

" 5 to 1" - από τους Doors, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι (χα, πρωτότυπο!).


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA


21 Μαΐ 2008

Το δεξιά μου Α4 (Ιδογράφως)

Δεξιά από το πληκτρολόγιο έχω πρόχειρο πάντα ένα Α4 για κάθε σημείωση: από στιχάκια (προσχέδια δήθεν ποιημάτων) μέχρι τηλέφωνα, υποχρεώσεις και ψώνια. Ας με εκθέσει λοιπόν το χειρόγραφο, μια και το προκάλεσε η Ανέφελη και θα το μαζέψουν οι autographcollectors.

14 Μαΐ 2008

Επιστολή (σε φίλη που αμύνεται)



Στην πόρτα σου έρχεται ο ταχυδρόμος, μα συ δεν του ανοίγεις. Έρχονται και οι ποιητές, σύσσωμοι και οι τραγουδιστές, μα συ τους διώχνεις. Διάφανη έγινε η φωνή σου, τα χρώματά σου τα δίπλωσες στα τέσσερα, χωράνε πια στο μπλόκ με τα τηλέφωνα.

Και είναι δύσκολος τούτος ο χειμώνας. Βαρύς, ατσάλι παγωμένο. Και συ που αισιόδοξα δάνεισες το τελευταίο σου παλτό, να ´σαι τώρα λεύκα ολομόναχη καταμεσής στον κάμπο, να ομορφαίνεις την ομίχλη με τα γυμνά κλαδιά σου σαν χέρια άδεια, σαν αγκάθια στα σύννεφα, ικεσία και οργή αξεχώριστη. Μυροφόρα της ίδιας σου της ζωής, σημαιοφόρος με σημαία το σεντόνι της αποκαθήλωσης ενώ η ανάστασή σου δεν βρήκε εισιτήριο ακόμα.

Τσιμπολογάς τις ώρες με τη ψυχραιμία που ανάβεις τσιγάρο. Όπως κι όταν μονοκοντυλιά διαγράφεις τις εποχές. Ημέρες μόνο κράτησες καλοκαιριού κι απ’ τους χειμώνες τους αιώνες. Σε κάποια διάκενα λιγοστά, χάσκουν κάποιες Άνοιξες. Ντελικάτες μα και αφρόντιστες· απαρχαιωμένες σαν κορινθιακές κολώνες έρημου ναού. Σαύρες που λιάζονται στα ξερόχορτα οι αισθήσεις, σιωπηλά ζητούν δικαίωση. Άκου τους κεραυνούς της σιωπής, δες πόσες Πανσέληνους παραίτησες, μέτρα από πόσες Πανσέληνους παραιτήθηκες. Δικαίωση ζητάνε όλα: όνειρα, αισθήματα, πληγές, μαθήματα κι εγκλήματα. Όλα είμαστε, όλα θα είμαστε. Νυν και αεί!

Τον έζησα κάποτε τούτο τον πρόστυχο χειμώνα -τον ξέρω καλά- γι’ αυτό σου λέω, ντύσου και φύγε μακριά του. Δεν έχει μπέσα η μοναξιά! Δεν έχει ούτε σώμα, ούτε μυρωδιά· σαν κισσός αθόρυβα φυτρώνει, μεγαλώνει και ανύποπτα δένει τα χέρια και τη ρημάδα την καρδιά σου. Τα αισθήματα, σα παλιά γραμματόσημα πια, μικρά χαρτάκια χωρίς αντίκρισμα, με δόντια-πριόνια τρώνε ό,τι περίσσεψε απ’ το δείπνο της αγάπης.

Γι’ αυτό σου λέω, κοίτα από τούτα να φύγεις μακριά!

Κοίτα που στο παράθυρό σου έρχονται σήματα. Η κάθε μέρα, σου χτυπάει το τζάμι σαν σπουργίτι αλήτικο. Μα εσύ κλείνεις μάτια και αυτιά. Ξέρω, είναι σαΐτες μνήμης οι ακτίνες του ήλιου, είναι το φως πουκάμισο του Νέσσου. Μακρύς και άδενδρος τούτος ο δρόμος, πέτρα ως και κοτρώνα στην τσέπη ο χρόνος· Προκρούστης οι αναβολές κι οι αποφάσεις μπαγιάτικο ψωμί.

Μένουν οι νύχτες σύντροφοι αχόρταγοι. Η κάθε νύχτα καταρράκτης μετέωρων κινήσεων, ασπρόμαυρη φωτογραφία όπως αυτές των αυτόχειρων φαντάρων, όπως τα απλωμένα ασπρόρουχα στη συννεφιά: αποχρώσεις του γκρι.

Στη γειτονιά σου, δες, βολτάρουν τα φεγγάρια δυό-δυό, μέρα μεσημέρι. Σημασία εσύ καμιά. Έχεις να βγάλεις βόλτα τις κοντινές σου απουσίες. Έχεις να ποτίσεις ένα κήπο αναστολές. Έχεις να ταΐσεις ένα τσουβάλι φόβους. Έχεις να παρηγορήσεις τις παιδικές σου αρετές. Να ´χεις το νου σου όμως, μήπως τελειώνοντας το σιδέρωμα της εικόνας σου, τσακίσεις το ύφασμα της ψυχής σου. Να ´χεις το νου σου, μήπως περιμένοντας τον Γκοντό, εκεί που γυρνώντας απ’ τη δουλειά ανοίξεις την πόρτα και βρεις τα παιδιά σου μεγαλύτερα από σένα.

Σπάσε , γαμώτο, την επιφάνεια και στην ανάγκη κολύμπα στη παγωμένη λίμνη. Βούτα σαν ήρωας μ’ όλη την άγνοιά του. Τις μπογιές σου πέτα στον αέρα, να βάψουν οι μαύροι δρόμοι, να γίνουν πέλαγα χρωμάτων. Τη φωνή σου που σκιάχτηκες ν’ αφουγκραστείς, βγάλ’ την στο σεργιάνι. Χάιδεψε το σκύλο της ψυχής σου και κείνος είναι σίγουρο πώς γενναιόδωρος στην αγάπη θα φανεί.

Κι είναι όμορφα εκεί έξω! Εκεί έξω, στο Πάσχα των ανθρώπων. Μέσα στον κύκλο του χορού. Γύρω και πάνω απ’ τις φωτιές. Έξω απ’ το φλοιό που κρύβει τους χυμούς της κερασιάς σου!

Εκεί έξω μόνο, Είμαστε και Έχουμε! Ζητάμε και Βρίσκουμε. Πασχίζουμε και Ανθίζουμε. Αφουγκραζόμαστε, Γευόμαστε, Κρυώνουμε, Πληρώνουμε, Λυγίζουμε, Εκτινασσόμαστε, Σκορπάμε, Ανατέλλουμε, Πλέουμε, Φλεγόμαστε και πάλι από την αρχή…


14 Νοέμβρη’05

6 Μαΐ 2008

φύλλα δάφνης

Τι χρώμα έχει το σκοτάδι; Τα τραίνα γιατί δεν έχουν παράθυρα πλέον; Είσαι όμορφη με μια πίκρα σαν Κυριακής απόγευμα Don’t treat me like a god, treat me like a dog Το μισό της καρδιάς, είναι καρδιά;Γλυφό νερό μού μολογάει το στόμα· το σώμα θάλασσα Στα πόδια ο άνεμος φυσάει βλάσφημα Κάποιοι πρόλαβαν να αγαπήσουν τον εαυτό τους λίγο πριν την ήττα Μόνοι στο πλήθος, σα τριαντάφυλλο που κοιμήθηκε τ’ αγκάθια του Η λίστα για τα ψώνια: η καθημερινή λογοτεχνία σε κοινή θέαΣ’ αρέσουν ακόμα οι Τρύπες;Μένω στα ξέφωτα της νύχτας, η ζωοδόχος μου πληγή στο φως της μέρας αγριεύεται Κάπου να πάω, κάποιον πρέπει να θάψωΈνα δάχτυλο ίσωςΜόνο ένα δάχτυλο Πνευματικό οίδημα Σφουγγάρι το μυαλό Ζώο ανωφελέςΟ ήλιος, Ζάλογγος κηρυγμένος εν αγνοία Κι εμείς που φεύγουμε συνέχεια, ούτε ένα λεξικό του εαυτού μας δεν διαθέτουμε Τι γλώσσα μιλάνε τα καράβια;Ονειρεύτηκα χθες πως ονειρεύτηκα…



30 Μαρ 2008

293 (λογοκριμένο)


Δε με λένε Ωρίωνα

όπως με βάφτισες κρυφά

με την αλήθεια της στιγμής

και τα φιλιά της πλάτης.

Μάγμα με είδες σκοτεινό

μολόχα αυταπάτης

κι ενώ στα σωθικά χυνόσουν άγιος

καυλαίμων καταρράκτης

μια συναυλία όρθωνες

με τρομαγμένα όνειρα

ατάιστα κι ιδρώνοντα

σαν εύκολα ακόρντα.

Πόσο πιο πέρα να χυθώ

υγρός να μη σε φτάνω;

Στροφές εντός μου ποδηλατώ

κλέβω φωτιές για να καώ

σαν το κερί σε βότσαλο λιωμένο

κι ακροβατώ αδέσποτο σκυλί

σε νύχτα που ονείρεται τη μέρα.

Ψιθύρισέ μου όλα τα μπλε

να γίνω κόκκινος σαν μήτρα

κι ο έρωτας να έπεται.

Η ομορφιά

-θέλω να ξέρεις-

είναι ο πόνος!

Μόνο που ντρέπεται!








Χρόνια σου πολλά, Λίνα.

8 Μαρ 2008

Κάρτα γενεθλίων


Κι αν ακόμα δεν έχω ήχο

η εικόνα στο σκοτάδι μού αρκεί

εκεί που οι ψυχές ψάχνουν το δείπνο

αυτόν που πιθανόν έχει συμβεί.


Αυτοεξόριστος με κύμβαλα ηχεία

φέρνω στο νου τα ορυχεία

που τόσο σκάψαμε βαθειά,

τόσο χρυσάφι που χαρίσαμε

αντίδωρο σε μέλλοντες ληστές,

εν επιγνώσει μύωπες

και κουρασμένοι εγωιστές.


Τώρα τα σύννεφα με ξημερώνουν κόκκινο·

ορμή -ήσουν εσύ;- και καλημέρα μακρινή δεν θέλω,

κάλλιο να βγάλω το σκαρπέλο

τα δάχτυλα να κόψω τα υγρά

να μη μ’ αγγίζει μυρωδιά παλιά,

στενάχωρη καρδιά ή γκρίζα.


Είπα να φύγω σα νησί

μα έμεινα φεγγάρι.

4.2.08


αντί δώρου: {Δεν μας συγχωρώ}

28 Φεβ 2008

Παίζω, παίζεις, παίζει...


Να το παίξουμε;

Να το παίξουμε, το ρημάδι το παιχνίδι!

Με κάλεσε το Κίτρινο Παιδί για το γνωστό πια βιβλιομπλογκοπαίχνιδο. Βέβαια, εγώ βιβλία δεν διαβάζω –μόνο PlayStation και τζόκερ παίζω- αλλά θα πω ένα ψεματάκι για το καλό των μπλογκς:

Λοιπόν, το πρώτο βιβλίο που έπιασα από δίπλα μου, τα «Άπαντα Πεζά» του Μπόρχες, δεν προσφέρεται. Στη σελίδα 123 οι ζητούμενες περίοδοι περιέχουν μια ανούσια πλαστή-μπορχική βιβλιογραφία. Πιάνω το επόμενο: «Τα Τύμπανα Της Κοιλιάς Και Του Πολέμου», του Αντώνη Σουρούνη. Αντιγράφω:

Η επαφή μου με ένα συγγραφέα με είχε κολλήσει «συγγραφικότητα» και βιαζόμουν να βρεθώ κοντά στη Σοφία για ν’ αρχίσω κι εγώ να γράφω τα «πάθια» μου. Έφτασα στα σύνορα μόνο με κείνα τα πέντε δολαριάκια και οι Γιουγκοσλάβοι τα θέλανε όλα για τη βίζα. Τους τα έδωσα.


E, με αφορμή τη «Σοφία» του Σουρούνη, καλώ επειγόντως τον Νικολάκη Διάσελο -ξέρει αυτός!- να συνεχίσει τούτη τη σκυταλοδρομία. Και πολύ θα ήθελα να δω και τα βιβλία που έχουν δίπλα τους η Μοναλίζα (βρες χρόνο), η Credit (επέστρεφε!) και ο Σκύλος της Βάλια Κάλντα (θες δεν θες, δεν σου έχω ζητήσει πολλές χάρες!).

Οι όροι:

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (= από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

[Η φωτογραφία είναι του συντοπίτη και φίλου Δημήτρη Παπαγεωργίου.]

15 Φεβ 2008

Τι δεν διάβασε η Λιβαδειά τον Ιανουάριο



αυτά διάβασε η Λιβαδειά τον Ιανουάριο, σύμφωνα με το βιβλιοπωλείο Σύγχρονη Έκφραση: >



Δράττομαι της ευκαιρίας να καταθέσω τα δικά μου αναγνώσματα.

(Όχι με σειρά, γιατί σειρά και ιεραρχία δεν έχω. Το διάβασμα όπως και το σεξ, απλά προκύπτουν από διάθεση και δεν ρυθμίζονται ούτε βεβαίως έχουν ώρα).

Τί διάβασα εγώ λοιπόν που δεν διάβασαν οι συντοπίτες μου και οι συνέλληνες του Λιακόπουλου?

  • Παίδεψα και παιδεύω τα «Άπαντα Πεζά» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Τα διαβάζω με δόσεις και ανάκατα. Όποιο κεφάλαιο μου χτυπήσει και ταιριάξει στη διάθεση της ώρας! Αν κάποιο δεν με τραβάει το παρατάω και πετάγομαι σε άλλο.
  • Ξαναδιάβασα «Τα Τραγούδια Της Ψυχής και Της Κόρης», την πρώτη δουλειά του φίλου Θεοδόση Βολκώφ. Το ξαναδιάβασα τον Γενάρη, με άλλο τρόπο, διαφορετικό από τον συμβατικό της πρώτης φοράς. Ανακαλύπτω κάτω από την λυρική (ή και άλλες φορές ‘επική’ ) γραφή του Θεοδόση, τον πόνο της πρώτης γκαστριάς και τους βολβούς που είναι αιτία να βλασταίνουν τα σημερινά του ποιήματα, αυτά τα κυκλάμινα, τα αγριόκρινα ή τα ολοζώντανα μελισσάκια-ορχιδέες, λάμποντα στίγματα αυτοφυούς χρώματος ισχυρά, στους χέρσους έμπνευσης πουρναρότοπους ή -ακόμα χειρότερα- στα άπληστα φορτωμένα με το λίπασμα των δημοσίων σχέσεων και ιδιωτικών κρεβατιών καλλιεργημένα χωράφια της ποίησης. (Έχει μυρίσει κανείς, πώς βρωμάνε οι κάμποι, Κωπαίδα, Θεσσαλικός, από την υπερνιτροποίηση και την εντατική καλλιέργεια; Καλλιέργεια είπα, χα!).
  • "Όλως τυχαίως" ανέτρεξα στα email που τα τελευταία χρόνια ανταλλάξαμε με μια ψυχή που κουράστηκε να σώνει τον κόσμο και τώρα σώνεται μόνη της (?). Τι εξομολογήσεις, τι ποιήματα, τι προτάσεις-εκπλήξεις για ταξίδια, τι βρισίδια με τρόπο, τι ξεχέσματα χωρίς τρόπους, τι μέλια και τι πικραγγουριές!... Ύστερα, ήρθαν οι σφήκες!
  • Μελέτησα κανονικά τα κοινόχρηστα του Δεκεμβρίου, του νέου μου σπιτιού. Άκρη δεν έβγαλα. Τρελλό ποσό, 120 ευρά, όσο και οι λοιποί συγκάτοικοι , μόνο που οι μισοί κατέχουν πεντάρια διαμερίσματα και όχι δυάρι. Λεπτομέρεια: στις 28 Δεκέμβρη εγκαταστάθηκα εκεί! Μαθηματικά Αλογοσκούφη: 3 μέρες σε δυάρι = 30 μέρες σε πεντάρι! (Και επιπλέον άλλα 170 ευρά για το αποθεματικό. Αναθεματικό!)
  • Διάβασα το "Ένας Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα" του Κερτ Βόνεγκατ.
    Έξυπνος και συντηρητικούρας ταυτόχρονα ο εκλιπών ανθρωπιστής. Μου πήγαινε το βιβλίο γιατί μόλις ήμουν "Ένας Άνθρωπος Χωρίς Σπίτι".

  • Συνεχίζω να διαβάζω με τέσσερα μάτια πια (έβαλα γυαλιά), το «Με Τέσσερα Χέρια» του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Με δόσεις κι αυτό. Ο Κωτσόβολος της ανάγνωσης έχω γίνει. Αν μείνω μόνο σε ένα βιβλίο, νοιώθω ότι χάνω από κάποιο άλλο. Εντάξει, τα με λιγότερες σελίδες τα τελειώνω χωρίς παρεμβολές.
  • Διάβασα επίσης τις αντενδείξεις του XANAX.

τέλος πάντων [όχι επίρρ.]


[Η φωτογραφία είναι του συντοπίτη και φίλου Δημήτρη Παπαγεωργίου. Εγώ, αυθαιρέτησα στον τίτλο.]

8 Φεβ 2008

Αφιερωμένα...

από έναν σουρεαλιστή
σε μια πραγματίστρια.

Get this widget | Track details | eSnips Social DNA
Σοφία Εμφιετζή - Φταίω
"...φταίω που ενώ μεγάλωσα
τα ίδια λάθη κάνω
και τα χαμένα από καιρό
πάλι τα ξαναχάνω"


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

Joan Baez - Diamonds And Rust

Well I'll be damned
Here comes your ghost again
But that's not unusual
It's just that the moon is full
And you happened to call
And here I sit
Hand on the telephone
Hearing a voice I'd known
A couple of light years ago
Heading straight for a fall

As I remember your eyes
Were bluer than robin's eggs
My poetry was lousy you said
Where are you calling from?
A booth in the midwest
Ten years ago
I bought you some cufflinks
You brought me something
We both know what memories can bring
They bring diamonds and rust

Well you burst on the scene
Already a legend
The unwashed phenomenon
The original vagabond
You strayed into my arms
And there you stayed
Temporarily lost at sea
The Madonna was yours for free
Yes the girl on the half-shell
Would keep you unharmed

Now I see you standing
With brown leaves falling around
And snow in your hair
Now you're smiling out the window
Of that crummy hotel
Over Washington Square
Our breath comes out white clouds
Mingles and hangs in the air
Speaking strictly for me
We both could have died then and there

Now you're telling me
You're not nostalgic
Then give me another word for it
You who are so good with words

2 Δεκ 2007

Ενθύμιον Απερισκεψίας - splatter!


Απαντάω στη πρό(σ)κληση –πρωτότυπη λεξιπλασία!- του Yellow Kid περί «ενθυμίων της απερισκεψίας μου». Μόνο που εγώ δεν έχω να καταθέσω 10 παιδικές αμυχές (χα!), ούτε ακριβώς απερισκεψία, αλλά μια μεγάλη και ενήλικη. Φετινή:

26 Ιουλίου, της Αγίας Παρασκευής που γιορτάζει η κόρη μου, το μανάρι μου, και είμαστε διακοπές κάπου στο Βόρειο Κορινθιακό οι δυο μας, χωρισμένος γαρ. Μετά το μεσημεριανό γεύμα – κέρασμα – γιορτή με άλλους παραθεριστές, ξεκινάμε για ψάρεμα. Θα πιάσω οπωσδήποτε μια τηγανιά ψάρια, για δυο βλέπουμε… Δεν πρέπει να αποδείξει ο μπαμπάς ότι και στο ψάρεμα είναι μάστορας;

Έχω φτιάξει το ζυμάρι για δόλωμα, φτιάχνω κι έναν διπλό ελληνικό σκέτο στο χοντρό, χοντρότατο, ποτήρι του νερού, ζώνομαι ως άλλος Βελουχιώτης τα φυσεκλίκια σταυρωτά (καλάμι, ψηφιακή και σακίδιο με πορτοκαλάδες, καπνό και βιβλία) και ξεκινάω τον χωματόδρομο που μου υπέδειξαν για ψαρότοπο, μέχρι να συναντήσω τη συκιά στην άκρη του μονοπατιού. Τη συκιά ποτέ δεν την είδα! Εκατό μέτρα είχαμε περπατήσει και γύρισα να φωτογραφίσω την κόρη μου. Ποιος διάολος μας προβόκαρε τότε; Η μικρή μου όχι μόνο δεν ήθελε φωτογραφία, αλλά άρχισε να κάνει γκριμάτσες άσχημες προκειμένου να μην τη φωτογραφήσω. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου!... Στο βρόντο τα παρακάλια! Αντί να φωτογραφήσω την αγαπημένη της φατσούλα να διασχίζει ένα καλοκαιρινό φεγγοβόλο μονοπάτι, αντικρίζω τη μεταμόρφωση του Κάφκα: Αντί της κόρης, η μάνα της ολόιδια μπροστά μου σε ένα σκοτεινό διαμέρισμα, να ειρωνεύεται και να με υπονομεύει αδικιολόγητα! Καρμπόν!

Ξέφυγα! Ξέφυγε και το ποτήρι του καφέ από τα χέρια μου και στέκεται όρθιο στη μέση του δρόμου, άθικτος και ο καφές, προκλητικά όρθιο κεντραρισμένο το ποτήρι σα μπάλα στημένη στο μπέναλτυ. Αντίθετα από τους μοναχούς που μαστουρωμένοι βλέπουν την Παναγία και χύνονται, εγώ είδα τη μορφή της ακατονόμαστης «πρώην» στο πρόσωπο της μικρής και θόλωσα: χωρίς να υπολογίσω το σχεδόν γυμνό πόδι με τη μαλακή σαγιονάρα, σουτάρω τη μπάλα-ποτήρι με δύναμη δυο Γκαλέτι. Το ποτήρι έμοιαζε να μην κουνήθηκε! Με μια προσεκτικότερη δεύτερη ματιά, είδα ακίνητο μόνο τον πάτο του ποτηριού κομμένο σαν από κατάνα σαμουράι και το δεξί μου πόδι κόκκινο σαν τη Θύρα 7 σε ντέρμπυ! Ο νόμος της αδράνειας λειτούργησε τέλεια.

(Όσοι θεωρούν το “ scream ανατριχιαστικό, ας μη συνεχίσουν παρακάτω την ανάγνωση!)

Στο τέταρτο δάχτυλο έφεγγε το κόκκαλο και το κρέας δεξιά του δακτύλου κρεμόταν και πλούτιζε με ζεστό, πηχτό, κεραμιδί σχεδόν (το αίμα δεν είναι κόκκινο σαν σάλτσα ντομάτας όπως στις ταινίες) αίμα, δάχτυλα και σαγιονάρα. Προσπάθησα με μια κίνηση να κόψω το σφαγμένο κομμάτι. Παρότι ζεστό, με πέθανε στον πόνο και δεν το κατάφερα, γιατί ήταν κρέας και όχι πέτσα (κάτι για «κρημνό» έλεγε αργότερα ο γιατρός).

Το έπλυνα με θάλασσα, «κακώς» είπε αργότερα ο γιατρός, «πάγος έπρεπε για να μην κλείσει η πληγή». «Δύσκολο να πιάσει τώρα, να ενωθεί» η γνώμη του μια ώρα αργότερα στο Κέντρο Υγείας που μου έκανε ράμματα χωρίς αναισθησία, «έτσι πρέπει», γιατρός είν΄ αυτός, ξέρει, η μικρή μου στον προθάλαμο να ακούει τα βογκητά και τις κραυγές μου, πάλι «έτσι πρέπει», «για να ξέρει ότι ο μπαμπάς της ζει!», είπε πάλι ο γιατρός…


Την ώρα της «σφαγής» είχα την ψυχραιμία(?!) να φωτογραφίσω το πόδι. Οι λάτρεις των σπλάτερ μπορούν να το δουν ΕΔΩ.


ΚΑΒΒΑΔΙΑΚΟ ΕΠΙΜΥΘΙΟ:


Απάνω μου έχω πάντοτε, στο πόδι μου κρυμμένο,

Ένα μικρό τραυματικό και μόνιμο σημάδι,

Όπως αυτά που συνηθούν να φέρουν οι πατεράδες

Που απωθημένα μιας στιγμής, αφήνουνε ψεγάδι.


Καραντίνα


Στα παλιά τραγούδια δεν χωράω

και τα καινούρια δεν με παραδέχονται·

πόσους Γιώργηδες σε θηλυκούς θεούς χρωστάω,

και πόσους στους θνητούς να μ’ αποδέχονται;


21 Νοε 2007

Ζ - Η - Θ


(η Ζωή ως ένατο γράμμα - Θεός ή Θάνατος)

(Μνήμη Χ.Λ.)


Απ’ το Εφτά ως το Εννιά

ένα πήδημα μικρό

ή μια γέφυρα γυμνού προορισμού.

Τα συστατικά αγνώριστα και στις Αρχές ακόμα,

θολά τα μέτρα, τα σταθμά αζύγιαστα·

ασίγαστα, η μπόρα της αλήθειας μας προκαλεί.

Τον Ασφαλιστή μας στους ουρανούς γλυκάναμε

κι αδιάβαστα τους όρους υπογράφουμε

καλή τη πίστει.

Μα ο Εκτιμητής γύρω μας εδρεύει

και ενεδρεύει ως Άχαρις Κριτής

αφήνοντας ελεύθερους τους χώρους

να παίξουμε, να κλάψουμε, να δράσουμε,

να αποδείξουμε ή κι εν τέλει να παραιτηθούμε.

Σ’ εμάς ο χρόνος (κι ο κάματος δικός μας),

τη γέφυρα -πώς;- να περάσουμε

σημειωτόν, βαδίζοντας ή τρέχοντας τυφλά;

Ή μήπως στο ρεύμα να βουτήξουμε

κι επισκεπτήριο λευκό ν’ αφήσουμε

ενθύμιο διοδίων;


–Πώς είπες πως τη λέγανε;

Μίτο ή Αριάδνη;

–Ζωή, την κολακεύαμε,

Λύκο και Κόπο κι Όνειρο, τη βρίζαμε τα βράδια.

Είχε καιρό μπροστά της,

μα απ’ το Εφτά ως το Εννιά,

στο Ήτα το ανορθόγραφο

κολλήσαν τα κανιά της.


Ω! Ήτα του άπειρου 8,

Ήττα μετά το Ζήτα,

Θήτα, εσύ, το τέλειο και άδοξο κενό!


27 Οκτ 2007

Το Αντίστροφο Αυγό (#2)


9.

Ονειρεύτηκα τον πατέρα

Που κέρδισε στη πρέφα.

Με κέρασε πορτοκαλάδα «Αγνή».


10.

Ο πατέρας έχει χοντρά μπράτσα.

Δουλεύει κομπρεσέρ στη ΜΟΜΑ.

Είναι ο πιο δυνατός.

Δεν μπορώ να τον πονέσω.


11.

Όταν μεγαλώσω

Θα φορέσω ρούχα αλλιώτικα

Από του αδερφού μου.


12.

Στον πυρετό μου βλέπω τεράστιους κύβους

Ελαφριούς σαν πλανήτες.

Εγώ είμαι βαρύς.


13.

Όχι άλλο σαπούνι στον πωπό.

Δεν είμαι δυσκοίλιος.

Τα σκατά είναι που σιχαίνομαι.


14.

Μ’ αρέσει η θεία μου.

Ντρέπομαι.


15.

Φοβάμαι τα σκυλιά.

Όταν μεγαλώσω

Θα έχω δύο.


16.

Δεν μπορώ να καταλάβω

Τι με σπρώχνει να σπρώχνω το κορδωμένο μου πουλί

Στην κοιλιά της Κατερίνας.

Πονάει!


17.

Όχι άλλες κουβέρτες.

Μ’ ένα χάδι, μάνα, σκέπασέ με.


18.

Μη με φασκιώνεις, μάνα!

Θέλω ν’ αγγίζω το πουλί μου.


19.

Να παίξουμε κρυφτό.

Αν δεν με βρίσκετε

Στη μήτρα της μαμάς μου θα κοιμάμαι.