12 Νοε 2008

Πάλι θα παίξω, γαμώτο!


Πάλι θα παίξω!..
Κι όπως έλεγε ο Πόντιος (μην παρεξηγηθώ από τους πολιτικά ορθούς, -για την "οικονομία του λόγου" που έλεγε και ο πατήρ Παΐσιος- χρησιμοποιώ το επίθετο), ο Πόντιος λοιπόν όταν είδε την μπανανόφλουδα στο πεζοδρόμιο, αναφώνησε:
-Όχι ρε πούστη μου! Πάλι θα γλιστρήσω!

Έτσι κι εγώ, τσιμπάω στην πρόσκληση της astrodomime και παίζω τις 5 ερωτήσεις:

1. Σε ένα Φιλόσοφο: Η Κοινή Γνώμη είναι πράγματι μια κοινή, μια πόρνη ή πρόκειται για μια ακόμη από τις συνήθεις υπερβολές του Πανούση;

2. Σε μια Παλιά Αγάπη: Το κινητό σου έπεσε κατά λάθος στο αυτοκίνητο ή «κατά λάθος» ώστε να τσεκάρω τα πρόσφατα sms σου;

3. Σε ένα Μέντιουμ: Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη;

4. Σε ένα Παιδί: Γιατί βιάζεσαι να μεγαλώσεις;

5. Στον Καθρέφτη: Λες αλήθεια;


Προσκαλώ, με τη σειρά μου, την Πανδιώνη, την Αύρα,την Χριστίνα, την Φαίη την Πεταλούδα και τον sdryche (στην Τρίπολη έχουν ίντερνετ, θέλω να πιστεύω...).
Ελπίζω να σας αρέσουν τα παιχνίδια!...

.

28 Οκτ 2008

Στις 28 καθε Οκτώβρη


Επαίτες που απαιτείτε επετείους
Κραταιοί κρατιστές
Του άκρατου καπηλευτισμού
Κροίσοι και Μίδες
Με τ’ αστέρια στις επωμίδες,
Επώνυμοι επονείδιστοι
Επωμηδίσαντες,
Επωμίζομαι την ευθύνη να σας ρωτήσω:
Είστε σίγουροι
Ότι κάποιοι πολέμησαν για τα σύνορά σας
Και όχι για την ελευθερία τους;
Είστε σίγουροι
Ότι τα πριονισμένα απ’ τα κρυοπαγήματα πόδια,
Θάφτηκαν ’κει έξω απ’ τα Τεπελένια,
Για να ισοσκελίζετε, σεις, τον προϋπολογισμό σας;


20 Οκτ 2008

Εφτά τραγούδια δεν θα σου πω!...

Έτσι και μαζέψει κάποιος όσα προσωπικά έχω αναρτήσει με αφορμή τα μπλογκοπαίχνιδα, πιθανόν να γνωρίζει πτυχές μου καλύτερα κι από τη μάνα μου (ευτυχώς η Βούλα δεν ξέρει από ίντερνετ και μπλογκ για να δει τα χαΐρια του γιού της).

Αλλά σαν παιδί (!) κι εγώ θα ξαναπαίξω με τις 7 αλήθειες, αφού η Fei με προσκάλεσε εδώ και πενήντα χρόνια και ’γω συνεπής στο πρώτο άρθρο του Συντάγματός μου, καταθέτω:

1. Προτέρημά μου η αναβλητικότητα.

2. Μειονέκτημά μου η προτεσταντική –απίστευτο?- ηθική μου (τώρα τελευταία κάνω απολέπιση).

3. Μπορώ να μείνω άγρυπνος 36 ώρες, όπως μπορώ άνετα να κοιμηθώ πίνοντας καφέ.

4. Μου πάει το γαλάζιο, το μπορντώ (σε ρούχα και κρασί), το Fahrenheit, αλλά καθόλου ο μπάφος και ο Νταλάρας.

5. Αγαπάω τα σκυλιά, μερικούς ανθρώπους και τις γυναίκες.

6. Έχω δει λάιβ την Γαρμπή (κοιμήθηκα), τον Χριστοδουλόπουλο (όχι του Παναθηναϊκού, τον Μάκη), τον Νίκο τον Κακούργο, τον Αντρέα Τσαούση, την Φιλιώ Πυργάκη, τον Γιώργο Μάγγα με την Τζούλη Τζινιέρη, τον Τάκη Ταμάμ και πολλούς άλλους θρύλους της παγκόσμιας μουσικής σκηνής που δεν χωράνε στο youtube!

7. Τα τελευταία χρόνια έκοψα τον κινηματογράφο. Προτιμάω να κοιμάμαι χωρίς να πληρώνω εισιτήριο.


Κι όποιος φίλος σχολιάσει τούτη την ανάρτηση, υποχρεούται εκ της «Σύμβασης Μάαστριχτ-Εφραίμ» να συνεχίσει το παιχνίδι.
(Έκανα ζαβολιά για να πάρω κι άλλους στο λαιμό μου)!

10 Οκτ 2008

Με τέσσερα χέρια

Δυό χέρια στη βορειοδυτική Ελλάδα και δυό στη Ρούμελη, δυό άγνωστοι φίλοι κυριολεκτικά, έγραψαν από κοινού ένα ποίημα (;).
Με την Δήμητρα, γνωριζόμαστε μόνο ψηφιακά. Από δω, από τα μπλογκ. Ούτε στο τηλέφωνο δεν έχουμε μιλήσει. Επικοινωνώντας όμως το καλοκαίρι, ιντερνετικά πάντα, έπεσε η ιδέα να δοκιμάσουμε να γράψουμε ένα ποίημα κατά παράβαση όλων των εννοιών της ατομικής δημιουργίας. Λίγοι στίχοι τη μια μέρα, λίγοι την άλλη, χωρίς κανόνες, όσο και όταν είχε έμπνευση ο καθένας μας, να ‘σου λοιπόν το εργόχειρο στα google docs, χωρίς σχεδόν διορθώσεις και χωρίς να συστήσει τίποτα ο ένας στον άλλον! Η αυτοδιαχείριση και η κοινοκτημοσύνη στην Τέχνη! Ούτε ο Μαγιακόφσκι δεν το είχε φανταστεί!( Ή μήπως το προέβλεψε και γι αυτό αυτοκτόνησε);

Τα σέβη μου στη Δήμητρα, που ψευδόταν πως δεν τα καταφέρνει με την ποίηση!...


Μινώταυρος οι μέρες
το αίμα μας παρθένο ζητάνε.
Κι ούτε που νοιάστηκαν
αν περπατήσαμε και που,
μόνο να ξεδιψάσουν με το κόκκινο
καταβολή απ' το υστέρημά μας.

Στις γιορτές τους ήμασταν
τα ορφανά που τρώγαν χώρια.
Ρούχα και πλουμίδια,
μόνο τα μάτια χόρτασαν.

Δεν έχουμε λόγο να γείρουμε
ούτε να σηκωθούμε πάνω από τη γη των επερχόμενων.
Είμαστε το κριθαράκι στο μάτι,
το σπασμένο οστούν της καρτερίας.
Το σημάδι που οδηγεί τα καινούρια βήματα
σε μονοπάτια που ερευνήθηκαν
σε εχθρική γη
διάσπαρτη με τοτέμ αλλονών.

Όμως, εγώ θέλω εδώ!
Εδώ να διψάσω
Εδώ να χορτάσω .
Στο δικό μου τραπέζι, μες στη χαρά μου,
δίχως να γυρίσω το μάγουλο ούτε μιά φορά.

8 Οκτ 2008

Ξαναρχίζουν οι εκδηλώσεις της Σύγχρονης Έκφρασης στη Λιβαδειά.

"Η θρησκευτική, ιδεολογική και επιστημονική θεώρηση του ανθρώπινου πεπρωμένου, ιδιαίτερα κατά τους νεωτερικούς χρόνους, χρησιμοποιεί ως ισχυρό πρόταγμα τη σωτηριολογία. Επικαλείται πάντα έναν υπερουράνιο ή εγκόσμιο Σωτήρα, ο οποίος, παρεμβαίνοντας στην ανθρώπινη μοίρα, έχει τη δύναμη να την αλλάξει ή να την εκτρέψει προς ευνοϊκότερες κατευθύνσεις για το πάσχον υποκείμενο. Ωστόσο, η θεώρηση αυτή αποδυναμώνει τον άνθρωπο, τον αδρανοποιεί και τον αλλοτριώνει, δημιουργώντας μια ψευδή συνείδηση, η οποία κυριαρχεί πάνω στο ανθρώπινο. Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου, σε πλήρη αντιδιαστολή προς τη σωτηριολογία των θρησκευτικών, ιδεολογικών και επιστημονικών ρευμάτων της νεωτερικής εποχής, έχει την αφετηρία του στη Γνωστική θέαση του κόσμου και του ανθρώπινου υποκειμένου, ενώ εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να γονιμοποιεί τη σκέψη μεγάλων στοχαστών του αιώνα, όπως ο Jung, o Heidegger, o Bultmann κ.ά."

Απόσπασμα από το θέμα «Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου» που θα διαπραγματευτεί ο διδάσκων στο Πάντειο Παν/μιο Στέφανος Ροζάνης, εγκαινιάζοντας τις φετινές Δευτεριάτικες εκδηλώσεις του βιβλιοπωλείου «Σύχρονη Έκφραση», στη Λιβαδειά, κλείνοντας ταυτόχρονα την τριλογία για τον Γνωστικισμό, στο πλαίσιο του κύκλου «Θρησκειολογικοί Προβληματισμοί».

Η ομιλία έχει ως αναφορά της τα βιβλία
• Οι γνωστικοί: Micha Brumlik εκδ. ΝΗΣΟΣ
• Γνωστική Φιλοσοφία: Tobias Churtn εκδ. ΕΝΑΛΙΟΣ
• Ένας λανθάνων Ρομαντισμός: Στέφανος Ροζάνης εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ




Εδώ, απόσπασμα προηγούμενης ομιλίας με θέμα Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΑΓΚ ΧΑΜΑΝΤΙ, από το μπλογκ του βιβλιοπωλείου. Οι ομιλίες απομαγνητοφωνούνται και τυπώνονται σε φυλλάδιο.

23 Σεπ 2008

Ο φυλλοβόλος


Έβγαλα τον σκύλο βόλτα και τα θα από την κατάψυξη. Ή το αντίθετο; Αμόλησα το ζώο στα χέρσα της γειτονιάς και το άφησα να κυλιστεί στη λάσπη. Τα θα δεν έλεγαν να ξεπαγώσουν. Μες στη βροχή το ζώο μου βοσκούσε τα σαλιγκάρια που έκρυβα στο γέλιο, στα ανέξοδα ξενύχτια και στα σεντόνια γλέντια. Τα θα βραχυκύκλωσαν από τις κονσέρβες που τα τάιζα καιρό. Τα σαλιγκάρια κόλλησαν σα πεταλίδες στα πόδια της σκυλοζωής και όλο ανέβαιναν. Atropa Belladonna με καβούκι και δόντια οι εξορισμένοι όρκοι. Πλημμύρισαν το ζώο τόσο που γονάτισε από το βάρος. Ούτε οι τρίχες του δεν φαίνονταν. Ένα Ηλί! πρόλαβε να ουρλιάξει και άρχισε να δαγκώνει και να δαγκώνεται…

Γνωστό τοις πάσι: Ο πνιγμένος από τα θα του πιάνεται!

.

16 Σεπ 2008

Η Δόνα Μόνη

2 m.r.
Δόνα Μόνη,
εικόνα αλμυρή.
Ανάθημα σ’ απόμερου θεού το τέμενος
ή και περσίδα στου φεγγαριού το σκούρο,
φωτάκι που ζυγιάζεται
μια στο κατάρτι
και μια στον άνεμο
σα σημαία από γάζα υποσχέσεων.
Άμμος τα παράπονα,
έρμα
στου πειρατή καιρού
το συνεχές αμπάρι.

Δόνα Μόνη,
του άγνωστου τοξότη ουρανός.
Πέρδικα στη χάση των περιβολιών
που τρέμει το πουλάκι της μην πάθει
και δένει το πηγάδι με το σύννεφο
ζεϊμπέκικο ν’ ανάψει σε σκυλάδικο
όπως στου Αη-Κρυφού το πανηγύρι,
εκεί που οι γύφτισσες καρδιές ξεδίνουν
μνήμονες μούσες
κηπουρές
σε κάμπο αλαφιασμένο από κύματα
δανεικά και άγια,
εκεί που ο κόλπος
-ως κοχύλι ή τάχατες ως αχινός-
σμίγεται μπεχλιβάνικα
με της ζωής το φίδι.

Τούτη την έρημο
η Δόνα Μόνη
ως Δήλιος κολυμβητής
ανάπρυμα διατρέχει.


5 Σεπ 2008

Δυό ευχές και μία...

Μια ευκαιρία για να μπούμε σιγά-σιγά και να μην φορτώσουμε ξαφνικά από τη δουλειά ή το πολύ μπλογκάρισμα, δίνει η Γητεύτρια με την πρόσκληση να καταθέσω τρείς ευχές. Κι επειδή ο Γιώργος αεί παις εστί, παίζει!


Ευχή για μένα:

Υγεία, μακροζωία (μέχρι τα 98, αρκούν -μη γινόμαστε και βάρος!), έρωτα και καλούς φίλους! Τα ίδια εις διπλούν για την κόρη μου.


Ευχή σε άλλον:

Να πιάσουν οι ευχές του!



Ευχή σε εχθρό:

Να μη του σηκώνεται!



Καλώ για να συνεχίσουν το παιχνίδι τη Μοναλίζα, τη Νίνα, τη Μαρία Raffinata, την piece de resistance και τη ντοματούλα (κρυφό ταλέντο) Δήμητρα.

.

14 Αυγ 2008

Μόνο αλήθεια!

Γιατί τα γράμματά σου δεν φτάνουν ως εδώ;
Οι ταχυδρόμοι δεν αντέχουνε το βάρος;
Πες τους μη σκιάζονται το μπλογκ,
δεν θέλει password το δυάρι!
Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω σκύλο στην αυλή
ούτε καν το κλειδί στην πόρτα.
Όποτε θες μπορείς κι εσύ να ‘ρθείς
χωρίς ειδοποιήσεις κι sms να μπεις
κι ίσως με δεις να ψήνω τον καφέ
ή να με βρεις να κατουράω.
(Κατάκτηση ετών αυτό, pas de problème!)
Έλα και πες μου: «Χώρια σου, άλλο δεν μπορώ,
μακριά σου δεν αντέχω»!…
Θα σκύψω το κεφάλι και θα πω:
«Κι εγώ σε μίσησα το ίδιο»!


1 Αυγ 2008

[το μουνί]*

**


«Kι εσύ, σαν να μιλάω σε ντουβάρι -
ποτέ σου δεν κατάλαβες πώς νιώθω,
κι όταν ανοίγω μια κουβέντα σταματάς,
δεν θες ν' ακούσεις -»
...................................... τι ν' ακούσω τι να πω·
να σκύψω να φιλήσω το μουνί σου,
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
«Ο νους σου στο μουνί -»
.............................................ποιόν ενδιαφέρουν
οι φλογεροί συναισθηματισμοί μας
κι εκείνες οι αβρές ιδανικεύσεις,
οι έρωτες, οι κρίνοι, τα σονέτα.


Και κάτω απ' την αβρότατη επιφάνεια,
όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις μόνο
κάτω απ' την επιφάνεια, το κτήνος,
το θνήσκον κτήνος - θέλει να γαμήσει,
αυτό μονάχα· όλα τ' άλλα θα 'ναι
φαντάσματα του στερημένου ανθρώπου,
σταυροφορίες στην οθόνη τ' ουρανού.
Αν μείνει κάτι θα 'ναι το γαμήσι.

(……)

Το αιδοίο και το θαύμα μιας απόλυτης
παράδοσης στον κόλπο της γυναίκας -
αυτό ποθώ, δεν το 'κρυψα ποτέ μου·
μόνο από μένα κρύβομαι, τη βία
του κρατημένου πόθου που με πνίγει,
και πρέπει γράφοντας να εξανθρωπίσω
εικόνες άφατης λαγνείας: το μουνί,
το λαγαρό αιδοίο, ένας κόσμος
αδιάφορος στο φόβο του θανάτου.

Και τώρα μίλησέ μου εσύ για τ' άλλα.

---
* Ποίημα από τη τελευταία συλλογή του Διονύση Καψάλη "ο κρότος του χρόνου" (εκδόσεις Άγρα, 2007)
** Η φωτογραφία που ήταν και αφορμή για τούτη την ανάρτηση είναι της .

24 Ιουλ 2008

Να πας εκεί!

Να πας εκεί!
Να πας εκεί που σε χαϊδεύουν.
Εκεί που δεν κοστίζει τίποτα το χάδι στη πληγή.
Χάδι σε μια πληγή κακοφορμισμένη
μαζί μ’ ανάθεμα στον εύκολο τον φταίχτη.
-Όχι, μη το σκοτωμένο αίμα!
-Όχι σπίρτο στην πληγή!
Να σαπίσει, μα να μην πονέσει!
Να μην πονέσει κι ας μη γιάνει!

Να πας εκεί!
Δεν έχει εδώ τόπο για σένα.
Εμείς εδώ
λέμε τη σκάφη – σκάφη και την αγάπη – αγάπη.
Φορές τη λέμε Πόνο.
Κατουράμε τη πληγή,
βάζουμ' επάνω στα αίματα
καπνό από το γιούρτι του παππού
και συνεχίζουμε.
Εμείς εδώ
δεν βγάζουμε στο παζάρι το ξαφτούρισμα της καρδιάς.
Δεν παζαρεύουμε τις πεταλούδες μας.
Μπορεί να γεννηθήκαμε μ’ αυτές.
Μπορεί να τις μαζέψαμε απ’ το δρόμο.
Όμως ποτέ δεν τις βγάλαμε στο σφυρί.
Ποτέ δεν τις παίξαμε σε κανένα χρηματιστήριο καταξίωσης.


Να πας εκεί!
Εκεί που η λύπηση είναι ρούχο.
Εκεί που η αυτολύπηση είναι σημαία.
Εκεί που αγαπάνε με τα μάτια.
Εκεί που τα καράβια είναι δεμένα
-σίγουρα πάντα-
στο λιμάνι.
Ποτέ δε θα κινδυνέψουν,
ποτέ τους δε θα ταξιδέψουν!

Να πας σ’ αυτούς!
Γύρνα στη σκοτεινιά τους.
Στη σκοτεινιά των χαμοσερνάμενων αητών.
Των χαρταετών.
Να πας σ’ αυτούς!
Σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε
γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.
Αυτοί
οι κόλακες της Απελπισίας.
Αυτοί
οι κροκόδειλοι των υποχωρητικών δακρύων.

Να πας εκεί!
«Θα ξαναγύριζες μια μέρα στις πηγές της νύχτας,
στις ρίζες των δακρύων σου,
εκεί που φυτρώνουν τ’ άγρια όνειρα,
μες στα σκοτάδια της ανυπαρξίας».*

Να πας εκεί!
Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…
Εδώ αγαπάμε και πληρώνουμε.
Εδώ πεθαίνουμε χωρίς σκοπό ανάστασης.
Εμείς εδώ
περπατάμε στα κάρβουνα.
Εμείς εδώ
για ένα στοίχημα Αγάπης, το κόβουμε το δάχτυλο.
Ποτέ μας, όμως, δεν ευνουχιζόμαστε.
Εμείς
την αγάπη μας τη βαφτίζουμε Σπάραγμα.
Εμείς
το παιδί του έρωτα το βαφτίζουμε Όνειρο.

Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…



2002

---
(*) στίχοι του αγαπημένου Σπύρου Τσακνιά.

15 Ιουλ 2008

Αφρός των ημερών

Όταν αγκαλιαστούμε χωρίς να φεύγεις πέρα
θα φανεί αν είμαστε σύννεφο ή γυαλί ή βότσαλα αναμμένα.
Όμως εγώ σε θέλω ποτάμι, σε θέλω θάλασσα
και ακτή ζεστή σε θέλω,
άμμο στην Ελαφόνησο σε θέλω,
ελάφι τρυφερό σε θέλω,
και νησί σκιαγμένο στο φως του ελαφιού σε θέλω…

Είναι θεριό το κόκκινο.
Πιο όμορφο κι απ' τη Δωδώνη της ματιάς σου.
Μη λες τίποτα.
Δεν είναι η νύχτα τόσο μεγάλη για τις λέξεις σου,
θα περισσέψει νήμα
να πλέξω και μια αγάπη γι όλους που δεν έχουν.
Σιωπώ.

Σε έβλεπα από παιδί να παίζεις με την Έρκυνα
στην αυλή της Κωπαΐδας
και να βολτάρεις στις σπηλιές του Παρνασσού.
Θυμάμαι τότε που έφτανε το μεσημέρι
και η μάνα σου έβαζε φωνή να 'ρθεις να φας.
Σ' ακούγανε στο πέλαγος
κι ήταν τα γέλια σου νησιά καινούρια,
η δροσιά σου κύμα σε αρμυρίκι ξεχασμένο.
Σε αφηγούμαι.

Δεν έχω ουρανό,
-έγινε ζέστη η σιωπή σου και πως θα βγω στον κόσμο;-
μικρή διάφανη ιέρεια σε δωρικό ναό
θα ντρέπομαι που αγαπώ.
Εγώ,
το δέρας των φόβων σου,
εγώ,
το σκήπτρο της αυγής σου,
εγώ που λάγιο αρνί πιστώνομαι
παίζω πεντόβολα τις νύχτες τους πυρήνες μου
και γέρνω σα μικρός θεός
-Αύγουστο μήνα-
στο δέντρο της σκιάς σου.
Φέγγω.

Θες να μου τραγουδήσεις έναν ήλιο;
ή και φεγγάρι αν σου βρίσκεται πιο εύκολο.
Στην κωλοτσέπη, ξέρω, έχεις πάντα καναδυό,
ένα μονάχα χάρισέ μου να πορεύομαι
να μη φοβάμαι τους ανθρώπους.
Είναι φαράγγια οι ανθρώποι,
είσαι εσύ ποτάμι να τρέχεις στο ανάμεσο;
(Νερό να είσαι, αυτό μου φτάνει!
ή και φωτιά κρυμμένη απ' τους θεούς,
η δάδα που τις ώρες μου λιγώνει,
το παιδικό το δώρο που δε μού 'καναν ποτές).
Μ' αν ξεχαστείς
πηγάδι σε ξωκλήσι
ή σα μελίσσι στα αγριολούλουδα του χέρσου,
χαρίσου σπάταλα
και γίνου σύννεφο αρμύρας
μες στον γλυφό των ημερών σκοπό.
Σε διψώ.

Είμαι γυμνός στα μάτια σου και κούρος άμαθος βημάτων
-μη το προδώσεις στην αυγή, η ομορφιά ζηλεύει.
Να σε αγγίξω δεν μπορώ, μα κράτα με εικόνα άχωρη
ανόητα να σε νοιάζομαι.
Φυσάει ολοένα γύρω,
στα τείχη πλάι στη θάλασσα
μαργώνουν τα μαύρα χελιδόνια
αλλά ο ήλιος οιωνίζεται τη μέρα σου
γιορτή.
Γιορτή μες στη κηδεία των ανθρώπων
να φέγγουνε οι απουσίες σαν ζιργκόνια,
παράσημα στης ζήσης μας το αίμα.

Τόση αλήθεια σ’ ένα ψέμα!

Ιούνιος '08

10 Ιουλ 2008

Έξοδος

Δώστε μου, παρακαλώ,
ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα κερί.
Κρατήστε τα ρέστα.
Φεύγω πλούσιος.



Περιδεής εδιάβαινα το μέγα θαύμα της πληγής κι αναρωτιόμουν αν ο θεός προνόησε για μας τα ζωντανά ή εμείς του στήσαμε καρτέρι που ντύσαμε μ’ αγάπη ένα δέντρο καταμεσής στη γύμνια μας.




8 Ιουλ 2008

10+1 παράλληλα κι αδιάφορα


Ξανά-μανά παιχνίδι στα μπλογκ (σιγά μη γράψω μπλογκΣ)!
-Κεράστε μας 10 trivialies! πρότεινε η Ανέφελη.
Ας όψεται που είμαι ευγενικός και καλόβολος και δεν μπορώ να αρνηθώ.
Να λοιπόν τα ασήμαντα ενός ασήμαντου:


1. Βαριέμαι εύκολα. Κουράζομαι ασύστολα με τις κοινωνικές και αισθηματικές ταινίες. Σινεμά πάω 1 (ολογράφως μία) φορά τον χρόνο: μόνο για κάποια «εξτρέμ» ταινία, αν προκύψει καμιά τέτοια!

2. Ποτέ δεν κατάφερα να μου αρέσει ούτε 1 (ολογράφως μία) άρια. Μ’ αρέσουν όμως οι κλασικοί συνθέτες.

3. Μαγειρεύω νόστιμα τα δύσκολα φαγητά, αλλά δεν μπορώ να πετύχω τις τηγανητές πατάτες!

4. Φοβάμαι την αναπηρία, όχι τον θάνατο.

5. Ροχαλίζω.

6. Δεν απαντώ σε τηλεφωνήματα με απόκρυψη.

7. Χρησιμοποιώ «βρώμικες» λέξεις στον λόγο μου, αλλά όχι το «μαλάκα». Το τελευταίο μόνο σαν έσχατη βρισιά.

8. Είμαι φαν του παλιού Μπαγκς Μπάνυ και της παρέας του.

9. Καπνίζω (κληρονομικό χάρισμα).

10. Με εκνευρίζουν οι γλυκεροί ραδιοπαραγωγοί σε Δεύτερο, Δίεση, Μελωδία και με κουράζουν αφάνταστα τα R’n’B, ο Disney, το Χόλυγουντ, οι παπαράτσι που με κυνηγάνε :)) και ο συνάδελφος Κώστας Ζώγας όταν μου εξηγεί τα υπηρεσιακά θέματα: με πάει Αθήνα-Λαμία μέσω Βόλου!


+1:
Έχω τρομερή μνήμη: το πιο παλιό που θυμάμαι είναι ότι εννιά μήνες πριν πρωτοκλάψω, πήγα στο χωράφι με τον πατέρα μου και γύρισα με τη μάνα μου!

2 Ιουλ 2008

μπύρα, ζωή και κίνηση!

Η παράταση της πρόσκλησης δεν πήγαινε άλλο! Ο Scarface μου το ξεκαθάρισε: «Ή έρχεσαι τις επόμενες μέρες ή σου σημαδεύω το πρόσωπο!».

Σκλαβώθηκα! Την επίσκεψή μου στη Χαλκίδα (μια πηδ'σά δρόμος από τη Λιβαδειά), είναι αλήθεια πως την είχα καθυστερήσει -το οικόσημό μου γράφει retard περικλείοντας και τις δυο έννοιες του καθυστερημένου. Αλλά η τρυφερή και γλυκεία ως αμαρτία φωνή του Ευβοιώτη μπλόγκερ, που προς στιγμήν συνέχεσα (αόριστος του συγχέω) με του Γιώργου Αυτιά, ανέστειλε όλες μου τις αναστολές και την Τετάρτη ήμουν πιστός στο ραντεβού.

Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποδόσφαιρο 5Χ5 εφήβων 30 έως 102 ετών και στη συνέχεια παρακολούθηση του ημιτελικού Τουρκίας - Γερμανίας μετά σουβλακίων και ζύθου.

Η πρώτη επαφή εκτός ίντερνετ έγινε στην παλιά γέφυρα της Χαλκίδας. Ο γλυκός μου Σημαδεμένος μετά συζύγου και τέκνων με υποδέχτηκαν. Τι ευγενικά και καλά τα παιδιά τους! Καθόλου δεν μοιάζουν του πατέρα τους! Ο οποίος εγκληματώντας πάνω στην ψυχολογία του αγοριού, το είχε ντύσει με τη φανέλα του Σαλπιγγίδη. Ας είναι, μπροστά του θα το βρει!

Σε μια εξοχή στα όρια της πόλης ήταν μαζεμένοι οι παλιόφιλοι (το παλιο- έχει να κάνει με την ηλικία τους). Τα γυναικόπαιδα είχαν πιάσει τα τραπέζια στο παρακείμενο αναψυκτήριο και οι χαλκέντεροι ποδοσφαιριστές έβαζαν «ποδαράκια» όπως κάναμε μικροί(!) για να χωριστούν σε ομάδες! Μα, να μην έχω τη φωτογραφική!...

Ζήλευα. Μου ερχόταν να μπω κι εγώ μέσα, να παίξω και να αποτελειώσω τους χιαστούς μου! Αλλά δεν ήμουν ο μόνος. Ο καλός μου Scarface είχε έρθει κουτσαίνοντας, δεν μπορούσε να πατήσει καλά-καλά το πόδι του, αλλά επέμενε και έπαιξε όλο το παιχνίδι. Στατικά βέβαια, αλλά ο τρόπος που μοίραζε το παιχνίδι, μας επέτρεπε να διακρίνουμε την ποιότητα ενός ποδοσφαιριστή επιπέδου Πάουλο Σόουζα. Μη σου πω και Φέλιξ Μπόρχα! (Την επομένη του διέγνωσαν ρήξη συνδέσμων! Καταλαβαίνει κανείς την τρέλα για τη μπάλα!).

Το παιχνίδι άρχισε με τις καλύτερες προϋποθέσεις: Γκολ στα 40''. Στα 41'' το ενδιαφέρον ανέβηκε με κλωτσιές, βρισιές, ζαβολιές -τύφλα να 'χουν οι αλάνες! Ζωηρότατα τα παιδιά! Άρχισαν να ξεδιπλώνουν το ταλέντο και τις κοιλιές τους στο πλαστικό χόρτο. Τα γκολ βροχή! Οι βρισιές περισσότερες, οι κλωτσιές πηγαίναν γόνα! Άρχισα να φοβάμαι σύρραξη. Με καθησύχασαν: «Άλλες φορές κυνηγιόμασταν στα αμπέλια! Δεν τρέχει τίποτα!». Πράγματι, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, δεν έτρεχαν ούτε οι ίδιοι!

Το παιχνίδι τελείωσε με σκορ χάντμπολ, χαβαλέ και πειράγματα. Οι μεγάλοι παρέδωσαν το γηπεδάκι στα βλαστάρια τους. Καμμιά τριανταριά αγοράκια και κοριτσάκια (μα κάνουν τόσα παιδιά οι έλληνες?), ευχαριστήθηκαν άπειρη ώρα παιχνιδιού χωρίς φωνές και τσιρίδες! (Οι πατεράδες ήταν τα «κακομαθημένα» της βραδιάς).

Οι απωλεσθείσες θερμίδες έπρεπε να βρεθούν επειγόντως και αυτό έγινε μπροστά στις οθόνες του Γιούρο: κάτω απ΄τα δέντρα, πάνω στα πλαστικά τραπέζια, οι πράσινες, οι κόκκινες, οι παγωμένες μπύρες και τα αμαρτωλά γυμνά κορμιά των σουβλακίων επέτρεψαν στους αγωνιζόμενους οικογενειάρχες να ανακτήσουν πλήρως δυνάμεις και κέφια. Ποιος χρειάζεται ναρκωτικά? Ήταν ωραίο το ματς, αλλά ακόμα πιο ωραίες οι προκλήσεις προς τους Κουβανούς (=παίχτες του στοιχήματος που χάνουν, πάνε κουβά).

Περασμένα μεσάνυχτα πλέον άρχισε το παιδομάζωμα, με παρακάλια και αντίσταση κατά της Αρχής (των γονέων) από μεριάς των πιτσιρικάδων. Καληνύχτες και αυτονόητη ανανέωση του ραντεβού για την επόμενη Τετάρτη, σήμερα.

Πέρα από τη πλάκα, ήταν μια βραδυά με ζωή και υγεία. Η πραγματική επαφή, σωματική και ψυχική, μικρών και μεγάλων, δεν γίνεται στους καναπέδες και στα playstation. Στις Τεταρτιάτικες συγκεντρώσεις σαν των φίλων που γνώρισα συμβαίνει!

Να έχετε πάντα τέτοια διάθεση, μάγκες!

Περαστικά σου Scarface!


28 Ιουν 2008

Ιούνιος

Οι σκέψεις Ιουνίζουν

σε επικίνδυνες στροφές.

Νύχτες τσιγγάνες οιακίζουν

ακτές καταργημένες

και λάμνουν σε άνοστο ταξίδι.


Ευτυχώς ή δυστυχώς, είμαστε Εύριπος…


25 Ιουν 2008

1 από τα 5 *


Πάντα καθυστερημένος (retard στα αγγλικά και retard στα γαλλικά), θα μπω στο παιχνίδι που μου κότσαρε η demetrat, να καταθέσω δηλαδή 5 κατιτίς αληθοφανή για την αφεντομουτσουνάρα μου και από αυτά, το ένα να ισχύει στην πραγματικότητα.

Γράψε και κλάψε:

1. Το 1999 όντας πρωταθλητής στο τοπικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα Βοιωτίας με τον Ολυμπιακό (τι άλλο?) Λιβαδειάς, με ζήτησε ο Λεβαδειακός (στη Β’ Εθνική τότε) και ενώ ήμουν έτοιμος να υπογράψω επαγγελματικό συμβόλαιο, άλλαξε ο προπονητής και έμεινα με το στυλό στο χέρι! Από τότε ασχολήθηκα με την ποίηση και την πλήρωσε αυτή!...

2. Έχω εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές και την πρώην σύζυγό μου!

3. Το παρακάτω τετράστιχο από το «λένε για μένα» των Πυξ Λαξ, είναι δικοί μου στίχοι που τους ενεχείρισα στον Πλιάτσικα μετά από μια συναυλία στη Λιβαδειά:

«Πολλοί αναρωτιόντουσαν πώς έφτασε ως εδώ
ας φαίνεται καλό παιδί τι να το κυριεύει,
οι θύελλες που πέρασε δεν του 'βαλαν μυαλό
απ' το Θεό παιδεύεται και το Θεό παιδεύει».

4. Στα 5 μου, με έβαζαν τα γερόντια στο καφενείο του χωριού να τους διαβάζω τα νέα από την εφημερίδα «Ακρόπολις»· (το παιδί-μπουζί!)!

5. Έχω ποζάρει στο Play Girl (τότε που έκανα καταδύσεις).


-----


(*) Το τραγούδι δεν έχει σχέση με την ανάρτηση αλλά ταιριάζει στον τίτλο:

" 5 to 1" - από τους Doors, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι (χα, πρωτότυπο!).


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA


3 Ιουν 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #5



ΑμφίΒιο-Γραφικόν Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Ε': ΜΗΝ ΑΡΧΙΖΕΤΕ ΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ!

[Μετά τον τσακωμό με τον ισπανό εξόριστο Luis Buñuold Boy και τον ανδαλουσιανό σκύλο του (που έληξε αναίμακτα αλλά όχι ακάτουρα), ο Rainer Maria Rilken με τον φίλο του Νέο Ποιητή Jorge Luis Borja, ετοιμάζεται να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Επανάστασης]


(το Α' μέρος εδώ)
(το Β' μέρος εδώ)
(το Γ' μέρος εδώ)
(το Δ' μέρος εδώ)

Το ξενοδοχείο μύριζε θυμάρι και το λόμπυ κόκκινο ουρανό. Ο Rainer σφιχταγκάλιαζε τον Νέο και ενώ μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς του ψιθύρισε: «Ακούω την αγάπη! Τακ τακ εσύ, τακ τακ κι εγώ! Που πάει να πει σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή, βαστάω γερά, κρατάω καλά». Ο ανδαλουσιανός σκύλος τούς κοίταζε και του έτρεχαν τα σάλια. Θυμήθηκε τη σκύλα τη Σμαρώ απ’ την Καλαμαριά, εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης και μάταια έψαχνε το στρατί που πάει για το Depot. (Τελικά οι δυο κόπροι το κάνανε κάτω από το άγαλμα του Βουκεφάλα που έχει κάποιον αρχαίο φαντάρο στην πλάτη του και στη συνέχεια βρέθηκαν να παρακολουθούν -χωρίς εισιτήριο- τη συναυλία του Steve Wynn στο Ξυλουργείο του Μύλου, όπου πάνω στο “turning of the tide” το ξαναέκαναν δημόσια, σα τα σκυλιά εννοείται, κερδίζοντας το μπιζάρισμα του κοινού ενώ ο ανύποπτος αμερικανός κιθαρίστας υποκλινόταν. Αξέχαστη βραδυά!).

Η διαδήλωση έξω στα πλακόστρωτα συνεχιζόταν δίχως να κοιτάζει τη δική τους μελαγχολία. Όμορφα, όμορφα τα κορίτσια πέρναγαν δυο - δυο βιαστικά χωρίς να γνωρίζουνε ότι την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε ακριβά κάποια μέρα που σαν χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά ενώ η μαμά τους θα δακρύζει, συγγενείς, πεθερικά, τα κορίτσια τα καημένα κι ούτε λέξη πια γι' αυτά -ούτε ο καν ο Νιόνιος του Καραγκιόζη δεν θα τα ξαναθυμηθεί γιατί θα τρέχει να πάρει κάποιες κυβερνητικές επιδοτήσεις για συναυλίες που θα δώσει για τον ελληνικό στρατό, ο οποίος μέλλεται να απελευθερώσει την Βόρεια -αμερικανική- Ήπειρο.

«Κι έρχεται ο Απρίλης, αχ καρδούλα μου, να κι ο Μάης συννεφούλα μου», συνέχισε ο Rainer φτύνοντας τα χνούδια από το παλτό του μαρμαρόστηθου νέου. «Δίχως τραγούδι, δάκρυ και φιλί, δεν είν’ Α- δεν είν’ Άνοιξη φέτος αυτή» κλάφτηκε κομπιάζοντας.

-«Θέλεις να βάλω και αίσθημα, ξεμωραμένε μου Πυγμαλίωνα;» τον ρώτησε ο Jorge καυλοπυρέσσων, αφού από ώρα τα πέη τους σαν διάφανα κρίνα, εκλιπαρούσαν φανατικά λίγη γαλήνη την ώρα που σπαράζοταν το φως τους και η φωνή του Διονυσιακά Καψαλιασμένου από αγάπη Νέου, ήρθε σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου, χωρίς να μαζεύει ουρανό για να τους πλύνει ή να κρατά βασιλικό και φύλλα δυόσμου.

Ο Rainer συνειδητοποιώντας το ημίμετρο της δημόσιας επαφής, αποτραβήχτηκε ισιώνοντας τον λαιμοδέτη και τη ρεντιγκότα του. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο κι άκουσε με συγκίνηση, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, τα εξαίσια όργανα του χαμηλόφωνου θιάσου που διαδήλωνε σαν να αποχαιρετούσε την Αλεξάνδρεια.

Το ανεσταλμένο από ώρα αίσθημα ευθύνης, μπροστά στο ποιητικό προτσές και την πρόκληση της εκ των κάτω αέναης καλλιτεχνικής ώθησης, αναδύθηκε και διαχύθηκε στις καλοσιδερωμένες πτυχώσεις του εγκεφάλου του. Σαν δρομέας ημιαντοχής, πήρε δυο βαθειές εισπνοές, σήκωσε πλάτες, κούτελο, και μύτη και κινήθηκε προς την τσεχόπορτα. Τράβηξε το μάνταλο. Έκανε Το βήμα στην Ιστορία. «Ένα μικρό βήμα για τον Ποιητή, ένα τεράστιο τίποτα για την Ποίηση!» όπως θα έλεγε χρόνια αργότερα ο σεληνιασμένος βιβλιοκριτικός Νηλ Άρμστρονγκ. Ήταν έτοιμος να διαμοιράσει το μεσοφόρι της τέχνης του στους βελούδινους οπαδούς του, να διαχύσει τον μεταφυσικό ερωτισμό του στα διάσελα της Κεντρικής Ευρώπης, στους μποέμ της Μποημίας και στους αυτοκρατορικούς κύκλους του τριγώνου Πράγα - Βιέννη - Παρίσι. Αποφασισμένος ακόμα και να κάνει stage diving προκειμένου οι εν δυνάμει μύστες της τέχνης που διαδήλωναν, να γευτούν τους χυμούς και το άρωμα του Ορφικού κομμωτή, ο οποίος ήταν τόσο ψύχραιμα προετοιμασμένος, καλύτερα κι από κάθε Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ώστε να καταστεί ο Όσιρις του Αιώνα! Στο πλάι του οδοιπορούντος ποταμού, μπροστά στο ciné Duino που έπαιζε μια ταινία για τον Ορφέα, «Οι γενναίες πεθαίνουν δυο φορές» λεγόταν η ταινία του Ούγο Φόσκολου, ο Μείζων κοντοστάθηκε και άρχισε να απαγγέλλει μια ελεγεία:

«Ποιος τάχα θα με άκουγε αν φώναζα από τις τάξεις
των αγγέλων; Και αν ακόμη υποθέσουμε πως ένας τους
με έσφιγγε ξάφνου στο στήθος του: πανίσχυρος είναι
και θα 'σβηνα. Γιατί το ωραίο δεν είναι
παρά του φριχτού η αρχή, που μόλις την αντέχουμε
και το θαυμάζουμε τόσο επειδή δεν καταδέχεται
να μας συντρίψει. Ο κάθε άγγελος είναι φοβερός».

Κανείς όμως δεν του έδωσε σημασία.









Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

30 Μαΐ 2008

Η Λαμπέτη πετάει τον Χαρταετό της Μαρίας Νεφέλης

Με αφορμή κι αιτία την Λ, όπως Λύπη



Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη

ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν - ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την "ανάμνηση τον μέλλοντος"
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία - φοβόμουνα και μου άρεσε
ν' αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .


Άνθρωποι μ' ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: "δεσποινίς"
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι "πάνω άνθρωποι" έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους "κάτω"·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια·
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου 'βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι " Ή Άννέτα με τα σάνταλα"
" Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης"
το "Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει"
(ναι θυμάμαι και άλλα)
το ξαναλέω - δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το "Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα".
Μου το 'χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το 'χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ - δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ' έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ' εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν - απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.



Οδυσσέας Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη» (Ο Χαρταετός)


Το βίντεο έχει ανεβεί από την Kirkh70 στο youtube.


21 Μαΐ 2008

Το δεξιά μου Α4 (Ιδογράφως)

Δεξιά από το πληκτρολόγιο έχω πρόχειρο πάντα ένα Α4 για κάθε σημείωση: από στιχάκια (προσχέδια δήθεν ποιημάτων) μέχρι τηλέφωνα, υποχρεώσεις και ψώνια. Ας με εκθέσει λοιπόν το χειρόγραφο, μια και το προκάλεσε η Ανέφελη και θα το μαζέψουν οι autographcollectors.

16 Μαΐ 2008

Παμβοιωτικό συλλαλητήριο για το περιβάλλον

Περισσότερα στο μπλογκ της Συμπαράταξης.
Το περιβαλλοντολογικό πρόβλημα στη Βοιωτία, περιγράφεται εν συντομία εδώ.

14 Μαΐ 2008

Επιστολή (σε φίλη που αμύνεται)



Στην πόρτα σου έρχεται ο ταχυδρόμος, μα συ δεν του ανοίγεις. Έρχονται και οι ποιητές, σύσσωμοι και οι τραγουδιστές, μα συ τους διώχνεις. Διάφανη έγινε η φωνή σου, τα χρώματά σου τα δίπλωσες στα τέσσερα, χωράνε πια στο μπλόκ με τα τηλέφωνα.

Και είναι δύσκολος τούτος ο χειμώνας. Βαρύς, ατσάλι παγωμένο. Και συ που αισιόδοξα δάνεισες το τελευταίο σου παλτό, να ´σαι τώρα λεύκα ολομόναχη καταμεσής στον κάμπο, να ομορφαίνεις την ομίχλη με τα γυμνά κλαδιά σου σαν χέρια άδεια, σαν αγκάθια στα σύννεφα, ικεσία και οργή αξεχώριστη. Μυροφόρα της ίδιας σου της ζωής, σημαιοφόρος με σημαία το σεντόνι της αποκαθήλωσης ενώ η ανάστασή σου δεν βρήκε εισιτήριο ακόμα.

Τσιμπολογάς τις ώρες με τη ψυχραιμία που ανάβεις τσιγάρο. Όπως κι όταν μονοκοντυλιά διαγράφεις τις εποχές. Ημέρες μόνο κράτησες καλοκαιριού κι απ’ τους χειμώνες τους αιώνες. Σε κάποια διάκενα λιγοστά, χάσκουν κάποιες Άνοιξες. Ντελικάτες μα και αφρόντιστες· απαρχαιωμένες σαν κορινθιακές κολώνες έρημου ναού. Σαύρες που λιάζονται στα ξερόχορτα οι αισθήσεις, σιωπηλά ζητούν δικαίωση. Άκου τους κεραυνούς της σιωπής, δες πόσες Πανσέληνους παραίτησες, μέτρα από πόσες Πανσέληνους παραιτήθηκες. Δικαίωση ζητάνε όλα: όνειρα, αισθήματα, πληγές, μαθήματα κι εγκλήματα. Όλα είμαστε, όλα θα είμαστε. Νυν και αεί!

Τον έζησα κάποτε τούτο τον πρόστυχο χειμώνα -τον ξέρω καλά- γι’ αυτό σου λέω, ντύσου και φύγε μακριά του. Δεν έχει μπέσα η μοναξιά! Δεν έχει ούτε σώμα, ούτε μυρωδιά· σαν κισσός αθόρυβα φυτρώνει, μεγαλώνει και ανύποπτα δένει τα χέρια και τη ρημάδα την καρδιά σου. Τα αισθήματα, σα παλιά γραμματόσημα πια, μικρά χαρτάκια χωρίς αντίκρισμα, με δόντια-πριόνια τρώνε ό,τι περίσσεψε απ’ το δείπνο της αγάπης.

Γι’ αυτό σου λέω, κοίτα από τούτα να φύγεις μακριά!

Κοίτα που στο παράθυρό σου έρχονται σήματα. Η κάθε μέρα, σου χτυπάει το τζάμι σαν σπουργίτι αλήτικο. Μα εσύ κλείνεις μάτια και αυτιά. Ξέρω, είναι σαΐτες μνήμης οι ακτίνες του ήλιου, είναι το φως πουκάμισο του Νέσσου. Μακρύς και άδενδρος τούτος ο δρόμος, πέτρα ως και κοτρώνα στην τσέπη ο χρόνος· Προκρούστης οι αναβολές κι οι αποφάσεις μπαγιάτικο ψωμί.

Μένουν οι νύχτες σύντροφοι αχόρταγοι. Η κάθε νύχτα καταρράκτης μετέωρων κινήσεων, ασπρόμαυρη φωτογραφία όπως αυτές των αυτόχειρων φαντάρων, όπως τα απλωμένα ασπρόρουχα στη συννεφιά: αποχρώσεις του γκρι.

Στη γειτονιά σου, δες, βολτάρουν τα φεγγάρια δυό-δυό, μέρα μεσημέρι. Σημασία εσύ καμιά. Έχεις να βγάλεις βόλτα τις κοντινές σου απουσίες. Έχεις να ποτίσεις ένα κήπο αναστολές. Έχεις να ταΐσεις ένα τσουβάλι φόβους. Έχεις να παρηγορήσεις τις παιδικές σου αρετές. Να ´χεις το νου σου όμως, μήπως τελειώνοντας το σιδέρωμα της εικόνας σου, τσακίσεις το ύφασμα της ψυχής σου. Να ´χεις το νου σου, μήπως περιμένοντας τον Γκοντό, εκεί που γυρνώντας απ’ τη δουλειά ανοίξεις την πόρτα και βρεις τα παιδιά σου μεγαλύτερα από σένα.

Σπάσε , γαμώτο, την επιφάνεια και στην ανάγκη κολύμπα στη παγωμένη λίμνη. Βούτα σαν ήρωας μ’ όλη την άγνοιά του. Τις μπογιές σου πέτα στον αέρα, να βάψουν οι μαύροι δρόμοι, να γίνουν πέλαγα χρωμάτων. Τη φωνή σου που σκιάχτηκες ν’ αφουγκραστείς, βγάλ’ την στο σεργιάνι. Χάιδεψε το σκύλο της ψυχής σου και κείνος είναι σίγουρο πώς γενναιόδωρος στην αγάπη θα φανεί.

Κι είναι όμορφα εκεί έξω! Εκεί έξω, στο Πάσχα των ανθρώπων. Μέσα στον κύκλο του χορού. Γύρω και πάνω απ’ τις φωτιές. Έξω απ’ το φλοιό που κρύβει τους χυμούς της κερασιάς σου!

Εκεί έξω μόνο, Είμαστε και Έχουμε! Ζητάμε και Βρίσκουμε. Πασχίζουμε και Ανθίζουμε. Αφουγκραζόμαστε, Γευόμαστε, Κρυώνουμε, Πληρώνουμε, Λυγίζουμε, Εκτινασσόμαστε, Σκορπάμε, Ανατέλλουμε, Πλέουμε, Φλεγόμαστε και πάλι από την αρχή…


14 Νοέμβρη’05

13 Μαΐ 2008

"φοβάμαι πως δεν είμαι καν μια στατιστική"*


«Ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι τραγωδία, ο θάνατος χιλιάδων στατιστική», είχε πει ο ορθολογιστής Στάλιν.


ΠΕΜΠΤΗ. 2 β

Κάπου κλαίνε και θολώνει μεριές μεριές ο αέρας.
Η Σιθωνία χάθηκε, την καλύψανε τα νερά.

Είναι κάτι φοβερά γεγονότα που όλο μου τ' αφαιρεί ο Θεός, και ο
νους όλο πάλι μου τα προσθέτει.

Κάτι πράσινο μέσα μου αλλά μαυριδερό που οι σκύλοι το αλυχτάνε.

Και μια θάλασσα φερμένη από πολύ μακριά, μυρίζοντας ακόμη
αυγό του Κύκνου.

(από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ του Οδ. Ελύτη)


"Ο τελευταίος απολογισμός, όπως μετέδωσαν κρατικά μέσα ενημέρωσης, κάνει λόγο για 10.000 νεκρούς. Μόνο στην πόλη Μιανζού 10.000 άτομα βρίσκονται εγκλωβισμένα κάτω από τα συντρίμμια, γεγονός που προκαλεί ανησυχία ότι ο αριθμός των νεκρών θα αυξηθεί κι άλλο"...


«Με το ενδεχόμενο οι νεκροί να είναι 100 χιλιάδες ή περισσότεροι και με δεδομένο ότι υφίστανται όλοι οι παράγοντες να υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία, ο αριθμός αυτός είναι πιθανό να δεκαπενταπλασιαστεί εντός των προσεχών εβδομάδων»,



"φοβάμαι πως δεν είμαι καν μια στατιστική" *

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Είν' η νύχτα αυτή καυτή και έχει ροή φωτεινή,
Είναι μουντό το πρωί και είναι μια μέρα σκοτεινή,
Είναι μια ανάσα η χρονιά μου κι είναι η εποχή μια πνοή
Κι είναι μεγάλη και αιώνια σαν μια ρουφηξιά η ζωή
Κι είν' η γη στρογγυλή κι όμως ο κόσμος αυτός είναι επίπεδος…

(Κοιμάμαι) μα έχω τα μάτια μου ανοιχτά
(Θυμάμαι) τι μου' χες πει μια νυχτιά
Πριν ονειρευτώ να σιγουρευτώ
Πως θα' χω τα βλέφαρα μου κλειστά

ο Αντικρυστής λέω:

Δεν είν' ο κόσμος σου αυτός, είναι διαφορετικός
Σου' χα πει μια νυχτιά θυμάμαι..
Πως ότι φαίνεται είν' αλλιώς κι ότι φτιάχνεις, ουρανός
Με βροχή και φωτιά
Φοβάμαι...

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝ ΜΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ!


Και παραείμαι συνηθισμένος για ταινία χολλυγουντιανή
Εγώ είμαι εδώ, φίλε, κι εσύ είσαι 'κει
Μια ρίμα μισή και παρακατιανή.
Τσιμέντο, σίδερα, οικοδομή, στη νύχτα κι όλα από λίγο.
Έχει ένα κρύο πηχτό και έχει ένα καύσωνα σκληρό
Έχει ένα κόκκινο ουρανό κι έναν ήλιο μακρινό.

ο Αντικρυστής λέω:

Μα εγώ χαμπάρι (κοιμάμαι) για τη μεγάλη στιγμή
Που θα γίνουν οι πιο μπερδεμένες λέξεις αριθμοί.
Συγκίνηση , φόβος κι αυτοεκτίμηση
Ένα νέο κύμα λογοτεχνίας
Απ' τις κατώτερες τάξεις φιλοσόφων παρατάξεις
Κι απ' τις προνομιούχες κοινωνικές αναταράξεις
Ένας δεύτερος ήλιος θα ρίχνει δεύτερες σκιές
εκατό χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές.

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Βρήκα μια θάλασσα κρυφή, ήπια μια θάλασσα στιφή
Μου' κανε δώρο ένα ξερόβραχο η ζωή
Και εγώ σ'αυτή μια τελευταία αναπνοή κι ένα βυθό για κρεβάτι.

ο Αντικρυστής λέω:

Κι άνοιξα υδάτινο δρόμο στο μονοπάτι του εφιάλτη
Και μ' έβγαλε έξω απ' το μπουκάλι (φοβάμαι)
Με μια ζάλη παστρικιά κι ένα βρώμικο μυαλό πάλι (να' μαι)
Στο ίδιο παιχνίδι ξανά έγινε η σέντρα κι είχαμε όλοι μας τα χέρια ανοιχτά!
Φοβάμαι, πέσαν τα φώτα ξανά
Μα ήταν όνειρο μόνο κεκλεισμένων των θυρών.

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝ ΜΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ!


-----
(*) αυθαίρετη σύνθεση από τους στίχους των τραγουδιών «Φοβάμαι» και «Λόγια» -αλλάζοντας πιθανώς το νόημα, για την περίσταση- του συγκροτήματος ΡΟΔΕΣ.


6 Μαΐ 2008

φύλλα δάφνης

Τι χρώμα έχει το σκοτάδι; Τα τραίνα γιατί δεν έχουν παράθυρα πλέον; Είσαι όμορφη με μια πίκρα σαν Κυριακής απόγευμα Don’t treat me like a god, treat me like a dog Το μισό της καρδιάς, είναι καρδιά;Γλυφό νερό μού μολογάει το στόμα· το σώμα θάλασσα Στα πόδια ο άνεμος φυσάει βλάσφημα Κάποιοι πρόλαβαν να αγαπήσουν τον εαυτό τους λίγο πριν την ήττα Μόνοι στο πλήθος, σα τριαντάφυλλο που κοιμήθηκε τ’ αγκάθια του Η λίστα για τα ψώνια: η καθημερινή λογοτεχνία σε κοινή θέαΣ’ αρέσουν ακόμα οι Τρύπες;Μένω στα ξέφωτα της νύχτας, η ζωοδόχος μου πληγή στο φως της μέρας αγριεύεται Κάπου να πάω, κάποιον πρέπει να θάψωΈνα δάχτυλο ίσωςΜόνο ένα δάχτυλο Πνευματικό οίδημα Σφουγγάρι το μυαλό Ζώο ανωφελέςΟ ήλιος, Ζάλογγος κηρυγμένος εν αγνοία Κι εμείς που φεύγουμε συνέχεια, ούτε ένα λεξικό του εαυτού μας δεν διαθέτουμε Τι γλώσσα μιλάνε τα καράβια;Ονειρεύτηκα χθες πως ονειρεύτηκα…



30 Απρ 2008

Ανέφελο


Μια Παλαιστίνη η καρδιά μου καίγεται

ζώνεται την ομίχλη της άγουρης βραδυάς

και βουρ για τ’ άστρα.

Θυμώνει ο χρόνος που μας λείπει

γίνεται τραίνο ασύδοτο

έρμαιο στις παπαρούνες κάθε Άνοιξης

παιδί στο δάσος με τις βερβερίτσες

κι όταν τα μάτια μου ιδρώνουν είναι που

σ΄ αγαπάω τόσο

παρά το λίγο της μυρωδιάς σου.

23 Απρ 2008

Ανίερο

Λύκοι μου χάρισαν σταυρούς

γυναίκες το μουνί τους

κι ενώ γδαρμένος τα φόρεσα μακό

πατόκορφα κρεμάστηκα

επάνω στο κορμί τους.


Τούτο το Πάσχα θα σφαχτώ

αρνί συνάμα και χασάπης

αυγό αντίστροφο στη μήτρα θα χωθώ

παράλληλος Χριστός

του πόθου μου αντάρτης.



18 Απρ 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #4

ΑμφίΒιο-Γραφικόν Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Δ' : ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

[Ο κομμωτέχνης-Ποιητής Rainer Maria Rilken, μέντορας του νεαρού με πρόβλημα πυτιρίδας Jorge Luis Borja, ετοιμάζεται να ηγηθεί της Λογοτεχνικής Επανάστασης μια βραδυά στο Λεβερκούζεν στη Πράγα.]


(το Α' μέρος εδώ)
(το Β' μέρος εδώ)
(το Γ' μέρος εδώ)

Φτάνοντας στην εξώπορτα του ξενοδοχείου ο Μείζων κοντοστάθηκε. Μια έμπνευση τον χτυπούσε ανεπανόρθωτα: «τα Ελεγεία της Εξώπορτας» ναι, αυτός θα είναι ο τίτλος. «Αλλά τι στίχους να βάλω;» Γαβ! ακούστηκε πίσω του ο ανδαλουσιανός σκύλος του εξόριστου ισπανού ρεσεπσιονίστ Luis Buñuold Boy. Η έμπνευση τον ξαναχτύπησε αποτελεσματικότερα· στίχοι που θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί σε κάποιο νησί του Αιγαίου από κάποιον ξεμωραμένο με κάποια νεαρά, τον μαρμάρωσαν σαν μισός να περνάει το νερό και μισός να κλαίει μες στον Παράδεισο:

«Γαβ η αγάπη· γαβ η απάρνηση· γαβ η Mαρία και η
Προσκύνησις των Mάγων· γαβ όλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Eν; Έτος; Θρήσκευμα; Kενό.
Eνώ
Kάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Kάθετα τείχη όπου δυο τρεις ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Oύγοι με τις Aουγκουστίνες τους και με τα
κυνηγετικά τους
κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στον πλαγίαυλο».

Δεν πίστευε στην κυνική έμπνευση που του απέστειλε ο σκύλος!

Ο Νέος τον μιμήθηκε στην ακινησία. «Ο σεβασμός στον δάσκαλο είναι μια πράξη σπουδαία και τελεία. Αν συμβαίνει υποκριτικά τότε είναι τραγωδία» συμπέρανε ηδυσμένα μεν, δι' ελέου και φόβου δε για την υπερθέρμανση του εγκεφάλου του από τέτοιες άριστες και τέλειες διασυνδέσεις.

«Όσο ζεις μαθαίνεις», υπερεξακόντισε σε επικούρειες σφαίρες τη σκέψη του. «Και όσο ζεις με έναν ποιητή μαθαίνεις να κινείσαι ή να μην κινείσαι· ποιείς ή δεν ποιείς! Εκτός εάν η μη ποίηση είναι προσποίηση για να αποφύγεις την παραποίηση, καθώς το μη ποιηθέν εξ αντικειμένου δεν μπορεί να καταστεί παραποιηθέν therefore μηδέν επί μηδέν ίσον μηδέν», ολοκλήρωσε καντιανώς, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά.

Ένιωσε υγρό τον αστράγαλό του. Ο ανδαλουσιανός σκύλος κατουρούσε το μπατζάκι του. Κατούρησε κι αυτός τον σκύλο. Το βυσσινί χαλί μύριζε σπίρτο δημόσιων ουρητηρίων. Πιο δίπλα, στον καναπέ Louis XV (γεμάτο Luis το χωλ του ξενοδοχείου), αδιαφορώντας για τα τεκταινόμενα λαγοκοιμόταν ένας αδιάφορος ζωγράφος με τσιγκελωτό μουστάκι, ο Salvador de que Gala -γνωστός στους φίλους του ως ο μεγάλος αυνανιστής- και επηρεασμένος από ένα όνειρο που οφειλόταν στο πέταγμα μέλισσας γύρω από ένα ρόδι, ένα δευτερόλεπτο πριν το ξύπνημα σχεδίαζε ενοχικά το πορτραίτο ενός -κερατωμένου απ’ τον ίδιο- ελληνογάλλου φίλου του, του Παύλου Ελυάρδη.

Ο Luis ο ισπανός ρεσεψιονίστ από τη Calanda, που όταν απ’ τη βάρδια του τη βραδυνή σχολούσε στη κάμαρά του πήγαινε γελώντας να τη βρει κι ώρες πολλές για ταινίες παράξενες μιλούσε, σαλτάρισε και εξανέστη:

-Figlio di puttana, che cazzo fai? Μπουρζουάδες, που θαρρείτε ότι με τη κρυφή γοητεία σας θα με σαγηνεύσετε με κάποιο μπουρμπουάρ για να κρύψω τη φιλοσοφία μου στο μπουντουάρ και να κάνω τα στραβά μάτια!... Μου λερώσατε το χαλί, παλιόσκυλα!

-Αυτός άρχισε πρώτος! μυξόκλαψε ο Jorge Luis και έδειξε το τρομαγμένο σκύλο που μαζεύτηκε στη γωνιά σαν βρεγμένη γάτα.

Ο Luis σκέτο, κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του. Ο Rainer Maria παράτησε την επανάσταση και την ελιτίστικη ποίηση στην ομπρελοθήκη και έσπευσε να υπερασπιστεί το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του, τον μελαμψό ελπιδοφόρο Νέο. Με ένα διπλό άξελ και ένα τριπλό τόλουπ έστρεψε την πλάτη στον ισπανό αρνησίπατρι, αγκάλιασε τον αγαπημένο του και κοιτώντας τον στα ορφικά του μάτια, του εξομολογήθηκε:

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.

Ο Luis σκέτο, έχασκε όπως ο George Best βράδυ Σαββάτου στα μπαρ του Μάντσεστερ με τρεις μισόγυμνες μοντέλες αγκαλιά. «Τι παπαριές είναι αυτά», πρόλαβε να σκεφτεί πριν ακούσει τον εξωτικό Νέο να ρωτάει τον σύντροφό του:

¿ Por qué persistes, incesante espejo ?
¿ Por qué duplicas, misterioso hermano,
el movimiento de mi mano ?
¿ Por qué en la sombra el súbito reflejo ?

Eres el otro yo de que habla el griego
y acechas desde siempre. En la tersura
del agua incierta o del cristal que dura
me buscas y es inútil estar ciego.

El hecho de no verte y de saberte
te agrega horror, cosa de magia que osas
multiplicar la cifra de las cosas

que somos y que abarcan nuestra suerte.
Cuando esté muerto, copiarás a otro
y luego a otro, a otro, a otro, a otro...

-Γαμώ τα ελληνικά σας, είπε απελπισμένα ο ισπανός. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω γρι! Με αποσυντονίσατε κουλτουριαραίοι του γλυκού νερού! Do t’ ju marë djalli dhe t’ ju ngrejë! πέταξε θυμωμένα σε άπταιστα αλβανικά και αφού σφούγκισε τον μαραμένο σκύλο του έβαλε στο πικ-απ το δίσκο με παλιά ρεμπέτικα «τα Ωραία της Ημέρας».

Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)