Αναγνώστες

10 Ιουλ 2008

Έξοδος

Δώστε μου, παρακαλώ,
ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα κερί.
Κρατήστε τα ρέστα.
Φεύγω πλούσιος.



Περιδεής εδιάβαινα το μέγα θαύμα της πληγής κι αναρωτιόμουν αν ο θεός προνόησε για μας τα ζωντανά ή εμείς του στήσαμε καρτέρι που ντύσαμε μ’ αγάπη ένα δέντρο καταμεσής στη γύμνια μας.




8 Ιουλ 2008

10+1 παράλληλα κι αδιάφορα


Ξανά-μανά παιχνίδι στα μπλογκ (σιγά μη γράψω μπλογκΣ)!
-Κεράστε μας 10 trivialies! πρότεινε η Ανέφελη.
Ας όψεται που είμαι ευγενικός και καλόβολος και δεν μπορώ να αρνηθώ.
Να λοιπόν τα ασήμαντα ενός ασήμαντου:


1. Βαριέμαι εύκολα. Κουράζομαι ασύστολα με τις κοινωνικές και αισθηματικές ταινίες. Σινεμά πάω 1 (ολογράφως μία) φορά τον χρόνο: μόνο για κάποια «εξτρέμ» ταινία, αν προκύψει καμιά τέτοια!

2. Ποτέ δεν κατάφερα να μου αρέσει ούτε 1 (ολογράφως μία) άρια. Μ’ αρέσουν όμως οι κλασικοί συνθέτες.

3. Μαγειρεύω νόστιμα τα δύσκολα φαγητά, αλλά δεν μπορώ να πετύχω τις τηγανητές πατάτες!

4. Φοβάμαι την αναπηρία, όχι τον θάνατο.

5. Ροχαλίζω.

6. Δεν απαντώ σε τηλεφωνήματα με απόκρυψη.

7. Χρησιμοποιώ «βρώμικες» λέξεις στον λόγο μου, αλλά όχι το «μαλάκα». Το τελευταίο μόνο σαν έσχατη βρισιά.

8. Είμαι φαν του παλιού Μπαγκς Μπάνυ και της παρέας του.

9. Καπνίζω (κληρονομικό χάρισμα).

10. Με εκνευρίζουν οι γλυκεροί ραδιοπαραγωγοί σε Δεύτερο, Δίεση, Μελωδία και με κουράζουν αφάνταστα τα R’n’B, ο Disney, το Χόλυγουντ, οι παπαράτσι που με κυνηγάνε :)) και ο συνάδελφος Κώστας Ζώγας όταν μου εξηγεί τα υπηρεσιακά θέματα: με πάει Αθήνα-Λαμία μέσω Βόλου!


+1:
Έχω τρομερή μνήμη: το πιο παλιό που θυμάμαι είναι ότι εννιά μήνες πριν πρωτοκλάψω, πήγα στο χωράφι με τον πατέρα μου και γύρισα με τη μάνα μου!

2 Ιουλ 2008

μπύρα, ζωή και κίνηση!

Η παράταση της πρόσκλησης δεν πήγαινε άλλο! Ο Scarface μου το ξεκαθάρισε: «Ή έρχεσαι τις επόμενες μέρες ή σου σημαδεύω το πρόσωπο!».

Σκλαβώθηκα! Την επίσκεψή μου στη Χαλκίδα (μια πηδ'σά δρόμος από τη Λιβαδειά), είναι αλήθεια πως την είχα καθυστερήσει -το οικόσημό μου γράφει retard περικλείοντας και τις δυο έννοιες του καθυστερημένου. Αλλά η τρυφερή και γλυκεία ως αμαρτία φωνή του Ευβοιώτη μπλόγκερ, που προς στιγμήν συνέχεσα (αόριστος του συγχέω) με του Γιώργου Αυτιά, ανέστειλε όλες μου τις αναστολές και την Τετάρτη ήμουν πιστός στο ραντεβού.

Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποδόσφαιρο 5Χ5 εφήβων 30 έως 102 ετών και στη συνέχεια παρακολούθηση του ημιτελικού Τουρκίας - Γερμανίας μετά σουβλακίων και ζύθου.

Η πρώτη επαφή εκτός ίντερνετ έγινε στην παλιά γέφυρα της Χαλκίδας. Ο γλυκός μου Σημαδεμένος μετά συζύγου και τέκνων με υποδέχτηκαν. Τι ευγενικά και καλά τα παιδιά τους! Καθόλου δεν μοιάζουν του πατέρα τους! Ο οποίος εγκληματώντας πάνω στην ψυχολογία του αγοριού, το είχε ντύσει με τη φανέλα του Σαλπιγγίδη. Ας είναι, μπροστά του θα το βρει!

Σε μια εξοχή στα όρια της πόλης ήταν μαζεμένοι οι παλιόφιλοι (το παλιο- έχει να κάνει με την ηλικία τους). Τα γυναικόπαιδα είχαν πιάσει τα τραπέζια στο παρακείμενο αναψυκτήριο και οι χαλκέντεροι ποδοσφαιριστές έβαζαν «ποδαράκια» όπως κάναμε μικροί(!) για να χωριστούν σε ομάδες! Μα, να μην έχω τη φωτογραφική!...

Ζήλευα. Μου ερχόταν να μπω κι εγώ μέσα, να παίξω και να αποτελειώσω τους χιαστούς μου! Αλλά δεν ήμουν ο μόνος. Ο καλός μου Scarface είχε έρθει κουτσαίνοντας, δεν μπορούσε να πατήσει καλά-καλά το πόδι του, αλλά επέμενε και έπαιξε όλο το παιχνίδι. Στατικά βέβαια, αλλά ο τρόπος που μοίραζε το παιχνίδι, μας επέτρεπε να διακρίνουμε την ποιότητα ενός ποδοσφαιριστή επιπέδου Πάουλο Σόουζα. Μη σου πω και Φέλιξ Μπόρχα! (Την επομένη του διέγνωσαν ρήξη συνδέσμων! Καταλαβαίνει κανείς την τρέλα για τη μπάλα!).

Το παιχνίδι άρχισε με τις καλύτερες προϋποθέσεις: Γκολ στα 40''. Στα 41'' το ενδιαφέρον ανέβηκε με κλωτσιές, βρισιές, ζαβολιές -τύφλα να 'χουν οι αλάνες! Ζωηρότατα τα παιδιά! Άρχισαν να ξεδιπλώνουν το ταλέντο και τις κοιλιές τους στο πλαστικό χόρτο. Τα γκολ βροχή! Οι βρισιές περισσότερες, οι κλωτσιές πηγαίναν γόνα! Άρχισα να φοβάμαι σύρραξη. Με καθησύχασαν: «Άλλες φορές κυνηγιόμασταν στα αμπέλια! Δεν τρέχει τίποτα!». Πράγματι, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, δεν έτρεχαν ούτε οι ίδιοι!

Το παιχνίδι τελείωσε με σκορ χάντμπολ, χαβαλέ και πειράγματα. Οι μεγάλοι παρέδωσαν το γηπεδάκι στα βλαστάρια τους. Καμμιά τριανταριά αγοράκια και κοριτσάκια (μα κάνουν τόσα παιδιά οι έλληνες?), ευχαριστήθηκαν άπειρη ώρα παιχνιδιού χωρίς φωνές και τσιρίδες! (Οι πατεράδες ήταν τα «κακομαθημένα» της βραδιάς).

Οι απωλεσθείσες θερμίδες έπρεπε να βρεθούν επειγόντως και αυτό έγινε μπροστά στις οθόνες του Γιούρο: κάτω απ΄τα δέντρα, πάνω στα πλαστικά τραπέζια, οι πράσινες, οι κόκκινες, οι παγωμένες μπύρες και τα αμαρτωλά γυμνά κορμιά των σουβλακίων επέτρεψαν στους αγωνιζόμενους οικογενειάρχες να ανακτήσουν πλήρως δυνάμεις και κέφια. Ποιος χρειάζεται ναρκωτικά? Ήταν ωραίο το ματς, αλλά ακόμα πιο ωραίες οι προκλήσεις προς τους Κουβανούς (=παίχτες του στοιχήματος που χάνουν, πάνε κουβά).

Περασμένα μεσάνυχτα πλέον άρχισε το παιδομάζωμα, με παρακάλια και αντίσταση κατά της Αρχής (των γονέων) από μεριάς των πιτσιρικάδων. Καληνύχτες και αυτονόητη ανανέωση του ραντεβού για την επόμενη Τετάρτη, σήμερα.

Πέρα από τη πλάκα, ήταν μια βραδυά με ζωή και υγεία. Η πραγματική επαφή, σωματική και ψυχική, μικρών και μεγάλων, δεν γίνεται στους καναπέδες και στα playstation. Στις Τεταρτιάτικες συγκεντρώσεις σαν των φίλων που γνώρισα συμβαίνει!

Να έχετε πάντα τέτοια διάθεση, μάγκες!

Περαστικά σου Scarface!


28 Ιουν 2008

Ιούνιος

Οι σκέψεις Ιουνίζουν

σε επικίνδυνες στροφές.

Νύχτες τσιγγάνες οιακίζουν

ακτές καταργημένες

και λάμνουν σε άνοστο ταξίδι.


Ευτυχώς ή δυστυχώς, είμαστε Εύριπος…


25 Ιουν 2008

1 από τα 5 *


Πάντα καθυστερημένος (retard στα αγγλικά και retard στα γαλλικά), θα μπω στο παιχνίδι που μου κότσαρε η demetrat, να καταθέσω δηλαδή 5 κατιτίς αληθοφανή για την αφεντομουτσουνάρα μου και από αυτά, το ένα να ισχύει στην πραγματικότητα.

Γράψε και κλάψε:

1. Το 1999 όντας πρωταθλητής στο τοπικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα Βοιωτίας με τον Ολυμπιακό (τι άλλο?) Λιβαδειάς, με ζήτησε ο Λεβαδειακός (στη Β’ Εθνική τότε) και ενώ ήμουν έτοιμος να υπογράψω επαγγελματικό συμβόλαιο, άλλαξε ο προπονητής και έμεινα με το στυλό στο χέρι! Από τότε ασχολήθηκα με την ποίηση και την πλήρωσε αυτή!...

2. Έχω εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές και την πρώην σύζυγό μου!

3. Το παρακάτω τετράστιχο από το «λένε για μένα» των Πυξ Λαξ, είναι δικοί μου στίχοι που τους ενεχείρισα στον Πλιάτσικα μετά από μια συναυλία στη Λιβαδειά:

«Πολλοί αναρωτιόντουσαν πώς έφτασε ως εδώ
ας φαίνεται καλό παιδί τι να το κυριεύει,
οι θύελλες που πέρασε δεν του 'βαλαν μυαλό
απ' το Θεό παιδεύεται και το Θεό παιδεύει».

4. Στα 5 μου, με έβαζαν τα γερόντια στο καφενείο του χωριού να τους διαβάζω τα νέα από την εφημερίδα «Ακρόπολις»· (το παιδί-μπουζί!)!

5. Έχω ποζάρει στο Play Girl (τότε που έκανα καταδύσεις).


-----


(*) Το τραγούδι δεν έχει σχέση με την ανάρτηση αλλά ταιριάζει στον τίτλο:

" 5 to 1" - από τους Doors, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι (χα, πρωτότυπο!).


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA


3 Ιουν 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #5



ΑμφίΒιο-Γραφικόν Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Ε': ΜΗΝ ΑΡΧΙΖΕΤΕ ΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ!

[Μετά τον τσακωμό με τον ισπανό εξόριστο Luis Buñuold Boy και τον ανδαλουσιανό σκύλο του (που έληξε αναίμακτα αλλά όχι ακάτουρα), ο Rainer Maria Rilken με τον φίλο του Νέο Ποιητή Jorge Luis Borja, ετοιμάζεται να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Επανάστασης]


(το Α' μέρος εδώ)
(το Β' μέρος εδώ)
(το Γ' μέρος εδώ)
(το Δ' μέρος εδώ)

Το ξενοδοχείο μύριζε θυμάρι και το λόμπυ κόκκινο ουρανό. Ο Rainer σφιχταγκάλιαζε τον Νέο και ενώ μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς του ψιθύρισε: «Ακούω την αγάπη! Τακ τακ εσύ, τακ τακ κι εγώ! Που πάει να πει σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή, βαστάω γερά, κρατάω καλά». Ο ανδαλουσιανός σκύλος τούς κοίταζε και του έτρεχαν τα σάλια. Θυμήθηκε τη σκύλα τη Σμαρώ απ’ την Καλαμαριά, εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης και μάταια έψαχνε το στρατί που πάει για το Depot. (Τελικά οι δυο κόπροι το κάνανε κάτω από το άγαλμα του Βουκεφάλα που έχει κάποιον αρχαίο φαντάρο στην πλάτη του και στη συνέχεια βρέθηκαν να παρακολουθούν -χωρίς εισιτήριο- τη συναυλία του Steve Wynn στο Ξυλουργείο του Μύλου, όπου πάνω στο “turning of the tide” το ξαναέκαναν δημόσια, σα τα σκυλιά εννοείται, κερδίζοντας το μπιζάρισμα του κοινού ενώ ο ανύποπτος αμερικανός κιθαρίστας υποκλινόταν. Αξέχαστη βραδυά!).

Η διαδήλωση έξω στα πλακόστρωτα συνεχιζόταν δίχως να κοιτάζει τη δική τους μελαγχολία. Όμορφα, όμορφα τα κορίτσια πέρναγαν δυο - δυο βιαστικά χωρίς να γνωρίζουνε ότι την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε ακριβά κάποια μέρα που σαν χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά ενώ η μαμά τους θα δακρύζει, συγγενείς, πεθερικά, τα κορίτσια τα καημένα κι ούτε λέξη πια γι' αυτά -ούτε ο καν ο Νιόνιος του Καραγκιόζη δεν θα τα ξαναθυμηθεί γιατί θα τρέχει να πάρει κάποιες κυβερνητικές επιδοτήσεις για συναυλίες που θα δώσει για τον ελληνικό στρατό, ο οποίος μέλλεται να απελευθερώσει την Βόρεια -αμερικανική- Ήπειρο.

«Κι έρχεται ο Απρίλης, αχ καρδούλα μου, να κι ο Μάης συννεφούλα μου», συνέχισε ο Rainer φτύνοντας τα χνούδια από το παλτό του μαρμαρόστηθου νέου. «Δίχως τραγούδι, δάκρυ και φιλί, δεν είν’ Α- δεν είν’ Άνοιξη φέτος αυτή» κλάφτηκε κομπιάζοντας.

-«Θέλεις να βάλω και αίσθημα, ξεμωραμένε μου Πυγμαλίωνα;» τον ρώτησε ο Jorge καυλοπυρέσσων, αφού από ώρα τα πέη τους σαν διάφανα κρίνα, εκλιπαρούσαν φανατικά λίγη γαλήνη την ώρα που σπαράζοταν το φως τους και η φωνή του Διονυσιακά Καψαλιασμένου από αγάπη Νέου, ήρθε σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου, χωρίς να μαζεύει ουρανό για να τους πλύνει ή να κρατά βασιλικό και φύλλα δυόσμου.

Ο Rainer συνειδητοποιώντας το ημίμετρο της δημόσιας επαφής, αποτραβήχτηκε ισιώνοντας τον λαιμοδέτη και τη ρεντιγκότα του. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο κι άκουσε με συγκίνηση, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, τα εξαίσια όργανα του χαμηλόφωνου θιάσου που διαδήλωνε σαν να αποχαιρετούσε την Αλεξάνδρεια.

Το ανεσταλμένο από ώρα αίσθημα ευθύνης, μπροστά στο ποιητικό προτσές και την πρόκληση της εκ των κάτω αέναης καλλιτεχνικής ώθησης, αναδύθηκε και διαχύθηκε στις καλοσιδερωμένες πτυχώσεις του εγκεφάλου του. Σαν δρομέας ημιαντοχής, πήρε δυο βαθειές εισπνοές, σήκωσε πλάτες, κούτελο, και μύτη και κινήθηκε προς την τσεχόπορτα. Τράβηξε το μάνταλο. Έκανε Το βήμα στην Ιστορία. «Ένα μικρό βήμα για τον Ποιητή, ένα τεράστιο τίποτα για την Ποίηση!» όπως θα έλεγε χρόνια αργότερα ο σεληνιασμένος βιβλιοκριτικός Νηλ Άρμστρονγκ. Ήταν έτοιμος να διαμοιράσει το μεσοφόρι της τέχνης του στους βελούδινους οπαδούς του, να διαχύσει τον μεταφυσικό ερωτισμό του στα διάσελα της Κεντρικής Ευρώπης, στους μποέμ της Μποημίας και στους αυτοκρατορικούς κύκλους του τριγώνου Πράγα - Βιέννη - Παρίσι. Αποφασισμένος ακόμα και να κάνει stage diving προκειμένου οι εν δυνάμει μύστες της τέχνης που διαδήλωναν, να γευτούν τους χυμούς και το άρωμα του Ορφικού κομμωτή, ο οποίος ήταν τόσο ψύχραιμα προετοιμασμένος, καλύτερα κι από κάθε Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ώστε να καταστεί ο Όσιρις του Αιώνα! Στο πλάι του οδοιπορούντος ποταμού, μπροστά στο ciné Duino που έπαιζε μια ταινία για τον Ορφέα, «Οι γενναίες πεθαίνουν δυο φορές» λεγόταν η ταινία του Ούγο Φόσκολου, ο Μείζων κοντοστάθηκε και άρχισε να απαγγέλλει μια ελεγεία:

«Ποιος τάχα θα με άκουγε αν φώναζα από τις τάξεις
των αγγέλων; Και αν ακόμη υποθέσουμε πως ένας τους
με έσφιγγε ξάφνου στο στήθος του: πανίσχυρος είναι
και θα 'σβηνα. Γιατί το ωραίο δεν είναι
παρά του φριχτού η αρχή, που μόλις την αντέχουμε
και το θαυμάζουμε τόσο επειδή δεν καταδέχεται
να μας συντρίψει. Ο κάθε άγγελος είναι φοβερός».

Κανείς όμως δεν του έδωσε σημασία.









Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

30 Μαΐ 2008

Η Λαμπέτη πετάει τον Χαρταετό της Μαρίας Νεφέλης

Με αφορμή κι αιτία την Λ, όπως Λύπη



Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη

ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν - ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την "ανάμνηση τον μέλλοντος"
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία - φοβόμουνα και μου άρεσε
ν' αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .


Άνθρωποι μ' ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: "δεσποινίς"
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι "πάνω άνθρωποι" έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους "κάτω"·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια·
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου 'βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι " Ή Άννέτα με τα σάνταλα"
" Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης"
το "Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει"
(ναι θυμάμαι και άλλα)
το ξαναλέω - δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το "Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα".
Μου το 'χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το 'χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ - δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ' έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ' εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν - απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.



Οδυσσέας Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη» (Ο Χαρταετός)


Το βίντεο έχει ανεβεί από την Kirkh70 στο youtube.


21 Μαΐ 2008

Το δεξιά μου Α4 (Ιδογράφως)

Δεξιά από το πληκτρολόγιο έχω πρόχειρο πάντα ένα Α4 για κάθε σημείωση: από στιχάκια (προσχέδια δήθεν ποιημάτων) μέχρι τηλέφωνα, υποχρεώσεις και ψώνια. Ας με εκθέσει λοιπόν το χειρόγραφο, μια και το προκάλεσε η Ανέφελη και θα το μαζέψουν οι autographcollectors.

14 Μαΐ 2008

Επιστολή (σε φίλη που αμύνεται)



Στην πόρτα σου έρχεται ο ταχυδρόμος, μα συ δεν του ανοίγεις. Έρχονται και οι ποιητές, σύσσωμοι και οι τραγουδιστές, μα συ τους διώχνεις. Διάφανη έγινε η φωνή σου, τα χρώματά σου τα δίπλωσες στα τέσσερα, χωράνε πια στο μπλόκ με τα τηλέφωνα.

Και είναι δύσκολος τούτος ο χειμώνας. Βαρύς, ατσάλι παγωμένο. Και συ που αισιόδοξα δάνεισες το τελευταίο σου παλτό, να ´σαι τώρα λεύκα ολομόναχη καταμεσής στον κάμπο, να ομορφαίνεις την ομίχλη με τα γυμνά κλαδιά σου σαν χέρια άδεια, σαν αγκάθια στα σύννεφα, ικεσία και οργή αξεχώριστη. Μυροφόρα της ίδιας σου της ζωής, σημαιοφόρος με σημαία το σεντόνι της αποκαθήλωσης ενώ η ανάστασή σου δεν βρήκε εισιτήριο ακόμα.

Τσιμπολογάς τις ώρες με τη ψυχραιμία που ανάβεις τσιγάρο. Όπως κι όταν μονοκοντυλιά διαγράφεις τις εποχές. Ημέρες μόνο κράτησες καλοκαιριού κι απ’ τους χειμώνες τους αιώνες. Σε κάποια διάκενα λιγοστά, χάσκουν κάποιες Άνοιξες. Ντελικάτες μα και αφρόντιστες· απαρχαιωμένες σαν κορινθιακές κολώνες έρημου ναού. Σαύρες που λιάζονται στα ξερόχορτα οι αισθήσεις, σιωπηλά ζητούν δικαίωση. Άκου τους κεραυνούς της σιωπής, δες πόσες Πανσέληνους παραίτησες, μέτρα από πόσες Πανσέληνους παραιτήθηκες. Δικαίωση ζητάνε όλα: όνειρα, αισθήματα, πληγές, μαθήματα κι εγκλήματα. Όλα είμαστε, όλα θα είμαστε. Νυν και αεί!

Τον έζησα κάποτε τούτο τον πρόστυχο χειμώνα -τον ξέρω καλά- γι’ αυτό σου λέω, ντύσου και φύγε μακριά του. Δεν έχει μπέσα η μοναξιά! Δεν έχει ούτε σώμα, ούτε μυρωδιά· σαν κισσός αθόρυβα φυτρώνει, μεγαλώνει και ανύποπτα δένει τα χέρια και τη ρημάδα την καρδιά σου. Τα αισθήματα, σα παλιά γραμματόσημα πια, μικρά χαρτάκια χωρίς αντίκρισμα, με δόντια-πριόνια τρώνε ό,τι περίσσεψε απ’ το δείπνο της αγάπης.

Γι’ αυτό σου λέω, κοίτα από τούτα να φύγεις μακριά!

Κοίτα που στο παράθυρό σου έρχονται σήματα. Η κάθε μέρα, σου χτυπάει το τζάμι σαν σπουργίτι αλήτικο. Μα εσύ κλείνεις μάτια και αυτιά. Ξέρω, είναι σαΐτες μνήμης οι ακτίνες του ήλιου, είναι το φως πουκάμισο του Νέσσου. Μακρύς και άδενδρος τούτος ο δρόμος, πέτρα ως και κοτρώνα στην τσέπη ο χρόνος· Προκρούστης οι αναβολές κι οι αποφάσεις μπαγιάτικο ψωμί.

Μένουν οι νύχτες σύντροφοι αχόρταγοι. Η κάθε νύχτα καταρράκτης μετέωρων κινήσεων, ασπρόμαυρη φωτογραφία όπως αυτές των αυτόχειρων φαντάρων, όπως τα απλωμένα ασπρόρουχα στη συννεφιά: αποχρώσεις του γκρι.

Στη γειτονιά σου, δες, βολτάρουν τα φεγγάρια δυό-δυό, μέρα μεσημέρι. Σημασία εσύ καμιά. Έχεις να βγάλεις βόλτα τις κοντινές σου απουσίες. Έχεις να ποτίσεις ένα κήπο αναστολές. Έχεις να ταΐσεις ένα τσουβάλι φόβους. Έχεις να παρηγορήσεις τις παιδικές σου αρετές. Να ´χεις το νου σου όμως, μήπως τελειώνοντας το σιδέρωμα της εικόνας σου, τσακίσεις το ύφασμα της ψυχής σου. Να ´χεις το νου σου, μήπως περιμένοντας τον Γκοντό, εκεί που γυρνώντας απ’ τη δουλειά ανοίξεις την πόρτα και βρεις τα παιδιά σου μεγαλύτερα από σένα.

Σπάσε , γαμώτο, την επιφάνεια και στην ανάγκη κολύμπα στη παγωμένη λίμνη. Βούτα σαν ήρωας μ’ όλη την άγνοιά του. Τις μπογιές σου πέτα στον αέρα, να βάψουν οι μαύροι δρόμοι, να γίνουν πέλαγα χρωμάτων. Τη φωνή σου που σκιάχτηκες ν’ αφουγκραστείς, βγάλ’ την στο σεργιάνι. Χάιδεψε το σκύλο της ψυχής σου και κείνος είναι σίγουρο πώς γενναιόδωρος στην αγάπη θα φανεί.

Κι είναι όμορφα εκεί έξω! Εκεί έξω, στο Πάσχα των ανθρώπων. Μέσα στον κύκλο του χορού. Γύρω και πάνω απ’ τις φωτιές. Έξω απ’ το φλοιό που κρύβει τους χυμούς της κερασιάς σου!

Εκεί έξω μόνο, Είμαστε και Έχουμε! Ζητάμε και Βρίσκουμε. Πασχίζουμε και Ανθίζουμε. Αφουγκραζόμαστε, Γευόμαστε, Κρυώνουμε, Πληρώνουμε, Λυγίζουμε, Εκτινασσόμαστε, Σκορπάμε, Ανατέλλουμε, Πλέουμε, Φλεγόμαστε και πάλι από την αρχή…


14 Νοέμβρη’05

13 Μαΐ 2008

"φοβάμαι πως δεν είμαι καν μια στατιστική"*


«Ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι τραγωδία, ο θάνατος χιλιάδων στατιστική», είχε πει ο ορθολογιστής Στάλιν.


ΠΕΜΠΤΗ. 2 β

Κάπου κλαίνε και θολώνει μεριές μεριές ο αέρας.
Η Σιθωνία χάθηκε, την καλύψανε τα νερά.

Είναι κάτι φοβερά γεγονότα που όλο μου τ' αφαιρεί ο Θεός, και ο
νους όλο πάλι μου τα προσθέτει.

Κάτι πράσινο μέσα μου αλλά μαυριδερό που οι σκύλοι το αλυχτάνε.

Και μια θάλασσα φερμένη από πολύ μακριά, μυρίζοντας ακόμη
αυγό του Κύκνου.

(από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ του Οδ. Ελύτη)


"Ο τελευταίος απολογισμός, όπως μετέδωσαν κρατικά μέσα ενημέρωσης, κάνει λόγο για 10.000 νεκρούς. Μόνο στην πόλη Μιανζού 10.000 άτομα βρίσκονται εγκλωβισμένα κάτω από τα συντρίμμια, γεγονός που προκαλεί ανησυχία ότι ο αριθμός των νεκρών θα αυξηθεί κι άλλο"...


«Με το ενδεχόμενο οι νεκροί να είναι 100 χιλιάδες ή περισσότεροι και με δεδομένο ότι υφίστανται όλοι οι παράγοντες να υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία, ο αριθμός αυτός είναι πιθανό να δεκαπενταπλασιαστεί εντός των προσεχών εβδομάδων»,



"φοβάμαι πως δεν είμαι καν μια στατιστική" *

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Είν' η νύχτα αυτή καυτή και έχει ροή φωτεινή,
Είναι μουντό το πρωί και είναι μια μέρα σκοτεινή,
Είναι μια ανάσα η χρονιά μου κι είναι η εποχή μια πνοή
Κι είναι μεγάλη και αιώνια σαν μια ρουφηξιά η ζωή
Κι είν' η γη στρογγυλή κι όμως ο κόσμος αυτός είναι επίπεδος…

(Κοιμάμαι) μα έχω τα μάτια μου ανοιχτά
(Θυμάμαι) τι μου' χες πει μια νυχτιά
Πριν ονειρευτώ να σιγουρευτώ
Πως θα' χω τα βλέφαρα μου κλειστά

ο Αντικρυστής λέω:

Δεν είν' ο κόσμος σου αυτός, είναι διαφορετικός
Σου' χα πει μια νυχτιά θυμάμαι..
Πως ότι φαίνεται είν' αλλιώς κι ότι φτιάχνεις, ουρανός
Με βροχή και φωτιά
Φοβάμαι...

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝ ΜΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ!


Και παραείμαι συνηθισμένος για ταινία χολλυγουντιανή
Εγώ είμαι εδώ, φίλε, κι εσύ είσαι 'κει
Μια ρίμα μισή και παρακατιανή.
Τσιμέντο, σίδερα, οικοδομή, στη νύχτα κι όλα από λίγο.
Έχει ένα κρύο πηχτό και έχει ένα καύσωνα σκληρό
Έχει ένα κόκκινο ουρανό κι έναν ήλιο μακρινό.

ο Αντικρυστής λέω:

Μα εγώ χαμπάρι (κοιμάμαι) για τη μεγάλη στιγμή
Που θα γίνουν οι πιο μπερδεμένες λέξεις αριθμοί.
Συγκίνηση , φόβος κι αυτοεκτίμηση
Ένα νέο κύμα λογοτεχνίας
Απ' τις κατώτερες τάξεις φιλοσόφων παρατάξεις
Κι απ' τις προνομιούχες κοινωνικές αναταράξεις
Ένας δεύτερος ήλιος θα ρίχνει δεύτερες σκιές
εκατό χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές.

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Βρήκα μια θάλασσα κρυφή, ήπια μια θάλασσα στιφή
Μου' κανε δώρο ένα ξερόβραχο η ζωή
Και εγώ σ'αυτή μια τελευταία αναπνοή κι ένα βυθό για κρεβάτι.

ο Αντικρυστής λέω:

Κι άνοιξα υδάτινο δρόμο στο μονοπάτι του εφιάλτη
Και μ' έβγαλε έξω απ' το μπουκάλι (φοβάμαι)
Με μια ζάλη παστρικιά κι ένα βρώμικο μυαλό πάλι (να' μαι)
Στο ίδιο παιχνίδι ξανά έγινε η σέντρα κι είχαμε όλοι μας τα χέρια ανοιχτά!
Φοβάμαι, πέσαν τα φώτα ξανά
Μα ήταν όνειρο μόνο κεκλεισμένων των θυρών.

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝ ΜΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ!


-----
(*) αυθαίρετη σύνθεση από τους στίχους των τραγουδιών «Φοβάμαι» και «Λόγια» -αλλάζοντας πιθανώς το νόημα, για την περίσταση- του συγκροτήματος ΡΟΔΕΣ.


6 Μαΐ 2008

φύλλα δάφνης

Τι χρώμα έχει το σκοτάδι; Τα τραίνα γιατί δεν έχουν παράθυρα πλέον; Είσαι όμορφη με μια πίκρα σαν Κυριακής απόγευμα Don’t treat me like a god, treat me like a dog Το μισό της καρδιάς, είναι καρδιά;Γλυφό νερό μού μολογάει το στόμα· το σώμα θάλασσα Στα πόδια ο άνεμος φυσάει βλάσφημα Κάποιοι πρόλαβαν να αγαπήσουν τον εαυτό τους λίγο πριν την ήττα Μόνοι στο πλήθος, σα τριαντάφυλλο που κοιμήθηκε τ’ αγκάθια του Η λίστα για τα ψώνια: η καθημερινή λογοτεχνία σε κοινή θέαΣ’ αρέσουν ακόμα οι Τρύπες;Μένω στα ξέφωτα της νύχτας, η ζωοδόχος μου πληγή στο φως της μέρας αγριεύεται Κάπου να πάω, κάποιον πρέπει να θάψωΈνα δάχτυλο ίσωςΜόνο ένα δάχτυλο Πνευματικό οίδημα Σφουγγάρι το μυαλό Ζώο ανωφελέςΟ ήλιος, Ζάλογγος κηρυγμένος εν αγνοία Κι εμείς που φεύγουμε συνέχεια, ούτε ένα λεξικό του εαυτού μας δεν διαθέτουμε Τι γλώσσα μιλάνε τα καράβια;Ονειρεύτηκα χθες πως ονειρεύτηκα…