Αναγνώστες

18 Ιαν 2008

Αγρυπνία


-Την πίστη μου μη χάσω, Κύριε,

και καταντήσω όμοιός σου

κι όμοιος με τους ομοίους σου!

Εγώ Κύριε, στα όνειρα χτενίζομαι με πέτρες

ντύνομαι γλάρος που πεινάω υπολείμματα,

μα στις ξερολιθιές ενός καιρού πρεσβύωπα

χορταίνω απ’ το συκώτι μου.

Κάθε μεσάνυχτο χυμώνω τη μοναξιά για ταίρι,

σε καταβόθρες σκέψεις λυμαίνομαι δικές και ξένες ενοχές

και όσο λάλον ύδωρ απέσβεσα,

πάει, το απέσβεσα·

τώρα γερνάω φιλομαθής

ενάντιος μαντείων και θεών

εξ ανάγκης λογιστής,

τα ποθημένα δηλώνω αχρεωστήτως χρεωθέντα

στοιβάζοντας ντάνες τα αβίωτα

ως έξοδα παράστασης.

Γύφτος που δε φτουράω σε πόλεις τακτικές

σέρνω της ακηδείας μου το κάρο

μ’ εμπόρευμα αφρό και βότσαλα για έρμα

(φορτίο ύποπτο σε υπόνομους καιρούς)

κι ένα μουγκό σκυλί παρέα πιστά ν' ακολουθάει:

το ξέρεις, Κύριε,

των παραιτήσεων το έλκος.


Εμέ τον ποιηθέντα, ου γεννηθέντα,

τον εκ μητρός εκπορευόμενο,

πες τους, Κύριε, να μη με σκιάζουν πλέον·

με τόκο ξόδεψα τους φόβους μου

και μπιστικός χιλιάδων αφεντάδων,

ορατών τε και αοράτων,

σιχάθηκα πια να παραστέκω.

Όρκους που δεν έκαμα, αθόρυβα εκτέλεσα,

κοινώνησα δε παρά τη θέλησή μου,

τον σκύμνο μόνος τον εφρόντισα

-τα δόντια του στα χέρια μου γαλόνια.

Όμως αυτοί -κι εσύ επίσης, Κύριε-

την πορσελάνη μου σκουριάσατε,

και άμα τη θυσία την όρασή μου υποτιμήσατε

κι ενώ εγώ γινόμουν αστερίας πετρωτός

σαν κεχριμπάρι νεοσσό στο ενυδρείο των χειλιών σας

ή περιγιάλι όμηρο

ή αρμυρίκι ξόανο των παλαιών σας βιασμών,

στη φυλακή μου δεν με επισκεφθήκατε

-αυτό δεν συγχωράω!


Κι όπως Μεγαλοβδόμαδο γεννάν οι γιορτινές ημέρες,

έτσι κάθε μεσάνυχτο

στη θλίψη γέρνω άταφος, ζεστό ζωής κουβάρι

και λίθος αναβράζων έγκυος

ναός αιώνων που κάθε νύχτα χάνεται,

μα πάλι πάλλει από ατμό ηφαίστειων ανθρώπων.

Γι’ αυτό σού σφάζομαι, Κύριε:

-Στο όνειρο την πίστη να μη χάσω

και όμοιός σας γίνω!

31 Δεκ 2007

Τέλος Χρόνου


Ω ΚΟΚΚΟΡΑ

Ώ κόκκορα, ώ κράχτη της αυγής
ώ ηλιοφόρε και πτηνόμορφε τοξότη.
Οι βασιλιάδες σε μιμήθηκαν
βάζοντας στο κεφάλι τους επάνω την κορώνα σου
κι έχοντας για σπιρούνια των ποδιών σου τα πηρούνια.
Κόκκορα πάντα σου κρατείς
τη μυστική σου εκείνη σχέση με το χρόνο και τον ήλιο;
Λέγε στους κριτικούς ότι ξοφλήσανε.
Λέγε στους χούλιγκαν πως είναι ντεμοντέ.
Κόκκορα είσαι το βουνό που έχει για ουρά το ουράνιο τόξο και κεφάλι του τον ήλιο;
Κόκκορα το λειρί σου μοιάζει με τα' αρχίδια του Θεού και με τα γένια του Διαβόλου.
Κόκκορα τα παιδιά του σωληνάριου σ' έχουν δει μονάχα στο τσιγκέλι ή στην κατάψυξη.
Κόκκορα άσχημα την έχουμε.
Οι κακογαμημένοι θέλουν να μας σφάξουν.
Κοκκορα ο Νίτσε τους χαστούκισε.
Κόκκορα πώς φοβούνται το φαλλό.
Κόκκορα οι έμποροι μισούν τους ποιητές.
Κόκκορα καταστρέφουν τον αέρα, τα νερά, τα δάση, το κορμί, την ομορφιά
για να γυρεύουμε την έκσταση στην "άσπρη" τους.
Κόκκορα είσαι λέκτωρ ή αλέκτωρ;
Κόκκορα θα ζητήσουμε και σύνταξη;
Θα βγούμε και οι δυό μαζί στην τηλεόραση;
Θα μας αφήσουν;

Υ.Γ. Κόκκορα κάποιοι θέλουν να μην έχει πια φωνή αυτός ο τόπος.


________________________________
[Ποίημα του Γιάννη Υφαντή, 1987, Κασσάνδρα]

2 Δεκ 2007

Ενθύμιον Απερισκεψίας - splatter!


Απαντάω στη πρό(σ)κληση –πρωτότυπη λεξιπλασία!- του Yellow Kid περί «ενθυμίων της απερισκεψίας μου». Μόνο που εγώ δεν έχω να καταθέσω 10 παιδικές αμυχές (χα!), ούτε ακριβώς απερισκεψία, αλλά μια μεγάλη και ενήλικη. Φετινή:

26 Ιουλίου, της Αγίας Παρασκευής που γιορτάζει η κόρη μου, το μανάρι μου, και είμαστε διακοπές κάπου στο Βόρειο Κορινθιακό οι δυο μας, χωρισμένος γαρ. Μετά το μεσημεριανό γεύμα – κέρασμα – γιορτή με άλλους παραθεριστές, ξεκινάμε για ψάρεμα. Θα πιάσω οπωσδήποτε μια τηγανιά ψάρια, για δυο βλέπουμε… Δεν πρέπει να αποδείξει ο μπαμπάς ότι και στο ψάρεμα είναι μάστορας;

Έχω φτιάξει το ζυμάρι για δόλωμα, φτιάχνω κι έναν διπλό ελληνικό σκέτο στο χοντρό, χοντρότατο, ποτήρι του νερού, ζώνομαι ως άλλος Βελουχιώτης τα φυσεκλίκια σταυρωτά (καλάμι, ψηφιακή και σακίδιο με πορτοκαλάδες, καπνό και βιβλία) και ξεκινάω τον χωματόδρομο που μου υπέδειξαν για ψαρότοπο, μέχρι να συναντήσω τη συκιά στην άκρη του μονοπατιού. Τη συκιά ποτέ δεν την είδα! Εκατό μέτρα είχαμε περπατήσει και γύρισα να φωτογραφίσω την κόρη μου. Ποιος διάολος μας προβόκαρε τότε; Η μικρή μου όχι μόνο δεν ήθελε φωτογραφία, αλλά άρχισε να κάνει γκριμάτσες άσχημες προκειμένου να μην τη φωτογραφήσω. Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου!... Στο βρόντο τα παρακάλια! Αντί να φωτογραφήσω την αγαπημένη της φατσούλα να διασχίζει ένα καλοκαιρινό φεγγοβόλο μονοπάτι, αντικρίζω τη μεταμόρφωση του Κάφκα: Αντί της κόρης, η μάνα της ολόιδια μπροστά μου σε ένα σκοτεινό διαμέρισμα, να ειρωνεύεται και να με υπονομεύει αδικιολόγητα! Καρμπόν!

Ξέφυγα! Ξέφυγε και το ποτήρι του καφέ από τα χέρια μου και στέκεται όρθιο στη μέση του δρόμου, άθικτος και ο καφές, προκλητικά όρθιο κεντραρισμένο το ποτήρι σα μπάλα στημένη στο μπέναλτυ. Αντίθετα από τους μοναχούς που μαστουρωμένοι βλέπουν την Παναγία και χύνονται, εγώ είδα τη μορφή της ακατονόμαστης «πρώην» στο πρόσωπο της μικρής και θόλωσα: χωρίς να υπολογίσω το σχεδόν γυμνό πόδι με τη μαλακή σαγιονάρα, σουτάρω τη μπάλα-ποτήρι με δύναμη δυο Γκαλέτι. Το ποτήρι έμοιαζε να μην κουνήθηκε! Με μια προσεκτικότερη δεύτερη ματιά, είδα ακίνητο μόνο τον πάτο του ποτηριού κομμένο σαν από κατάνα σαμουράι και το δεξί μου πόδι κόκκινο σαν τη Θύρα 7 σε ντέρμπυ! Ο νόμος της αδράνειας λειτούργησε τέλεια.

(Όσοι θεωρούν το “ scream ανατριχιαστικό, ας μη συνεχίσουν παρακάτω την ανάγνωση!)

Στο τέταρτο δάχτυλο έφεγγε το κόκκαλο και το κρέας δεξιά του δακτύλου κρεμόταν και πλούτιζε με ζεστό, πηχτό, κεραμιδί σχεδόν (το αίμα δεν είναι κόκκινο σαν σάλτσα ντομάτας όπως στις ταινίες) αίμα, δάχτυλα και σαγιονάρα. Προσπάθησα με μια κίνηση να κόψω το σφαγμένο κομμάτι. Παρότι ζεστό, με πέθανε στον πόνο και δεν το κατάφερα, γιατί ήταν κρέας και όχι πέτσα (κάτι για «κρημνό» έλεγε αργότερα ο γιατρός).

Το έπλυνα με θάλασσα, «κακώς» είπε αργότερα ο γιατρός, «πάγος έπρεπε για να μην κλείσει η πληγή». «Δύσκολο να πιάσει τώρα, να ενωθεί» η γνώμη του μια ώρα αργότερα στο Κέντρο Υγείας που μου έκανε ράμματα χωρίς αναισθησία, «έτσι πρέπει», γιατρός είν΄ αυτός, ξέρει, η μικρή μου στον προθάλαμο να ακούει τα βογκητά και τις κραυγές μου, πάλι «έτσι πρέπει», «για να ξέρει ότι ο μπαμπάς της ζει!», είπε πάλι ο γιατρός…


Την ώρα της «σφαγής» είχα την ψυχραιμία(?!) να φωτογραφίσω το πόδι. Οι λάτρεις των σπλάτερ μπορούν να το δουν ΕΔΩ.


ΚΑΒΒΑΔΙΑΚΟ ΕΠΙΜΥΘΙΟ:


Απάνω μου έχω πάντοτε, στο πόδι μου κρυμμένο,

Ένα μικρό τραυματικό και μόνιμο σημάδι,

Όπως αυτά που συνηθούν να φέρουν οι πατεράδες

Που απωθημένα μιας στιγμής, αφήνουνε ψεγάδι.


Καραντίνα


Στα παλιά τραγούδια δεν χωράω

και τα καινούρια δεν με παραδέχονται·

πόσους Γιώργηδες σε θηλυκούς θεούς χρωστάω,

και πόσους στους θνητούς να μ’ αποδέχονται;


1 Δεκ 2007

Ο Σολωμός σήμερα - (εκδήλωση)

Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;
Διονύσιος Σολωμός

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά

τηλ.& fax (22610)23136, e-mail: n-lamp@otenet.g

27 Νοε 2007

Οι σοβάδες της ζωής μας


Το μπλε κάτω απ΄ το μπλε

και το κροκί κάτω απ΄ την ώχρα.

Παλίμψηστος ο τοίχος της ζωής μας·

φερέφωνο πληγών και πόθων όνειρο αιμώδες,

νυχτέρια που σαν κάδρα λάμπουνε σιμά

από το χθες ίσαμε τις ύφαλες οσμές,

ασβέστης και θυμάρι.


Πόσο σκληρά χαϊδεύουμε,

τι μαλακά που ξύνει η μνήμη!

Πότισε ο σοβάς με χρώμα πρώιμο και όψιμες φυγές,

μ' αμαρτωλές αγιογραφίες και σκίτσα παιδικά

καλύψαμε τη νύχτα του αιώνα μας.

Ψηλαφιστά,

στρώμα το στρώμα, γωνιά-γωνιά,

λαθεύουμε

κι ανίδεοι φονιάδες χάσκουμε

του Ιερού μας τυμβωρύχοι.


Στα κεφάλια μας

οι σοβάδες της ζωής μας

ανάθεμα και ευχή.

25 Νοε 2007

Κάτω από το τραπέζι

[o γνωστός-άγνωστος φίλος Larry Cool (δεν σημειολογεί) σημειώνει:]


Είμαι σ’ ένα νεκρόδειπνο μεταξύ ποιητών

Πλήττω και γλιστρώ αργά κάτω από το τραπέζι

Εδώ κρύβεται μια απόκοσμα όμορφη έφηβος

-η Ποίηση

-«Ο κόσμος μας είναι νεκρός» ψιθυρίζω

-«Ο κόσμος σας είναι το ποίημά μου

Και σεις, πίδακες λέξεων».


Της κάνω έρωτα σφίγγοντας τους μικρούς γλουτούς της

Είναι σε έκσταση

Απ’ το στόμα της διαφεύγουν φυσαλίδες μικρόκοσμων

Γύρω μας τα πράγματα εξανεμίζονται

Μένει η αρχική ηχώ των ονομάτων τους.


Το τραπέζι παραδέρνει στο διάστημα

Με τους ποιητές επάνω του

Από τα χάσκοντα στόματά τους

Δέσμες φωτός εξερευνούν το μέγα άγνωστο.



Ο Larry Cool έχει γράψει το μυθιστόρημα, ΤΟΝ «ΚΑΝΕΝΑ»... ΘΑ ΤΟΝ ΦΑΩ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ!, εκδόσεις Τυφλόμυγα-Αμόνι.

Βιβλιοπωλεία: Πρωτοπορία, Παπασωτηρίου , Πολιτεία, Ιανός.


21 Νοε 2007

Ζ - Η - Θ


(η Ζωή ως ένατο γράμμα - Θεός ή Θάνατος)

(Μνήμη Χ.Λ.)


Απ’ το Εφτά ως το Εννιά

ένα πήδημα μικρό

ή μια γέφυρα γυμνού προορισμού.

Τα συστατικά αγνώριστα και στις Αρχές ακόμα,

θολά τα μέτρα, τα σταθμά αζύγιαστα·

ασίγαστα, η μπόρα της αλήθειας μας προκαλεί.

Τον Ασφαλιστή μας στους ουρανούς γλυκάναμε

κι αδιάβαστα τους όρους υπογράφουμε

καλή τη πίστει.

Μα ο Εκτιμητής γύρω μας εδρεύει

και ενεδρεύει ως Άχαρις Κριτής

αφήνοντας ελεύθερους τους χώρους

να παίξουμε, να κλάψουμε, να δράσουμε,

να αποδείξουμε ή κι εν τέλει να παραιτηθούμε.

Σ’ εμάς ο χρόνος (κι ο κάματος δικός μας),

τη γέφυρα -πώς;- να περάσουμε

σημειωτόν, βαδίζοντας ή τρέχοντας τυφλά;

Ή μήπως στο ρεύμα να βουτήξουμε

κι επισκεπτήριο λευκό ν’ αφήσουμε

ενθύμιο διοδίων;


–Πώς είπες πως τη λέγανε;

Μίτο ή Αριάδνη;

–Ζωή, την κολακεύαμε,

Λύκο και Κόπο κι Όνειρο, τη βρίζαμε τα βράδια.

Είχε καιρό μπροστά της,

μα απ’ το Εφτά ως το Εννιά,

στο Ήτα το ανορθόγραφο

κολλήσαν τα κανιά της.


Ω! Ήτα του άπειρου 8,

Ήττα μετά το Ζήτα,

Θήτα, εσύ, το τέλειο και άδοξο κενό!


14 Νοε 2007

Η Εξορία (του Βασίλη #6)

Μαύρα μάτια έκανα μέχρι να δω στο ταχυδρομείο μου το πιο αγαπημένο μου από τα ποιήματα του φίλου Βασίλη Κόκκοτα. Δεν θα περιγράψω πως αισθάνθηκα και πως με κούνησε όταν το πρωτοδιάβασα! Αυτό που μπορώ τώρα να κάνω, είναι να το συν-κοινωνήσω:

----------------------------------------------

«Είχε εξελιχθεί αφήνοντας τους άλλους μακριά πίσω του.

Μονάχος σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, με τις λέξεις στο νου του,

είχε αναπνεύσει πάλι τον καθαρό βουνίσιο αέρα της χαράς.»

Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, Το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα


Εγώ ήμουν ένας τυφλός λοστρόμος

Έσφαξα τα αλμπατρός με σκουριασμένο αγκίστρι

Και απ’ την πίπα μου γλιστρούσαν ξεπουπουλιασμένα σύννεφα

Εγώ, καθώς διάβαζα τις αναγγελίες των θανάτων

Έχασα τα μάτια μου. Αργότερα, με τον καιρό, πέτρωσαν

Κι έγιναν παμπάλαιες βρύσες κάτω από μια νύχτα που πέθαινε

Εγώ, κλεμμένο ατλάζι από χωροφύλακες

Εγώ δεν μπόρεσα να πω

Μόνο η καρδιά μου μεγάλωνε

Και στο τέλος χώρεσε μια ολόκληρη πόλη.

Περάσανε ένα εκατομμύριο δευτερόλεπτα από τότε

Μα εγώ δεν έπαψα να χτυπώ

Μέσα μου δίχως αστέρια

Εγώ έγινα κάτι άλλο

Μέχρι το πρώτο μου κλάμα

Ήμουνα μια βουκαμβίλια

Τώρα στεγνώνω μ’ άγριο στειλιάρι το υγρό μου δέρμα

Και περιμένω εισιτήριο σε λίστα αναμονής

Εγώ ποτέ δεν είχα αποξηραμένα άνθη στο φόρεμά μου

Εγώ ποτέ δεν είχα τίποτε

Εμένα τα βήματα μου…

Εγώ είχα βήματα που πονούσαν μέσα στους άδειους δρόμους.

Εγώ δεν έχω πια τίποτα

Και οι γλάροι στρέφουν πίσω τους το βλέμμα

Και τα κοχύλια κόβουν βήμα

Ενώ αγκομαχώ πασχίζοντας ν’ ακολουθήσω

Εγώ ήμουν πουτάνα κάποιου σαμουράι που έκανε χαρακίρι

Πριν από χρόνια είδα τον φλογισμένο ήλιο στον ύπνο μου

Κι από τότε κουβαλώ μαζί μου τα μυρωμένα του άντερα

Και περιμένω απ’ τον άνεμο χρησμό

Εγώ έχω δυο δεκάρες πάνω μου για να τσιμπήσω κάτι

Αλλά μου είπαν πως αυτοί που ‘χουν στ’ αλήθεια τα αρχίδια καταπίνουν κοφτερά γυαλιά

Εμένα οι λέξεις μου τελειώνουν κι εγώ είμαι οι λέξεις που τελειώνουν

Εγώ, βραχνής σάλπιγγας γελοίο θάρρος

Και θύρας ανοιχτής πετροχελίδονο

Που εμφανίζεται μόνο στον ύπνο σου

Εγώ ήμουν ψίχουλο που έπεσε απ’ το στόμα σπουργιτιού

Και το μάζεψε ένας κανίβαλος μέρμηγκας

Που άκουγε μόνο απ’ το ΄να αυτί

Εγώ άκουγα τα πάντα έξω από μένα

Μα την ηχώ σου έκρυψα σ’ έναν σιωπηλό βυθό

Της μοναξιάς ευεξήγητος συνεργός

Και του έαρος αλλεργικό χιόνι

Εγώ εν τω ενύπνιο χαμήλωνα τα φώτα

Και συντηρούσα τον κόσμο μέσα σε μια ένυδρη κρούστα

Τα νυχτοπούλια όμως ισχυρίστηκαν πως αυτό είναι μεταφορά

Γι’ αυτό κι εγώ αγόρασα έναν χαρτοφύλακα

Για να διασώσω τα χρυσά μου δόντια

Εγώ υπήρξα η σκιά με το ματωμένο γόνυ

Η πληγή μου στραφταλίζει στο σκοτάδι ωσάν το απομεσήμερο

Εγώ δεν ενέσκηψα στην ηθική των αστυνομικών δελτίων

Κι έτσι, δυσήττητος μες στην προβιά μου,

Έγινα ο ανήλικος φονιάς των αγίων

Εγώ θα πω σ’ αυτόν που φεύγει –άκουσέ με,

Μην χαθείς ήρεμα στη νύχτα.

Θύμωσε, οργίσου με τον χαμό

Εγώ δεν ήμουν κτήνος μήτε και θεός

Ένα ξυλουργείο κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου

Και για τριάντα τρία χρόνια μαστόρευα μονάχος τον σταυρό μου

Εγώ, αν κι εθέλεχθρος των παγωμένων ακτών

Δεν θα υποβάλλω μήνυση στους λέμμους

Που πνίγονται σε κρύες θάλασσες

Σκανδαλισμένος μόνο απ’ το γεγονός, θα συμμετέχω σε διαλέξεις κηπουρών περί αθανασίας

Εγώ κοιμάμαι κάθε βράδυ μ’ έναν νεκρό

Όταν ξυπνάει αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο

Την ίδια ιστορία για εμένα

Εγώ μιλάω μ’ ένα περιστέρι

Μια φτερούγα του είναι θαμμένη στα μαλλιά σου

Κι αχνοφαίνεται καθώς στρέφεις το πρόσωπο

Στο πρωινό παράθυρο

Με ρωτάει τι χρώμα ήταν

Και μου λέει να κάνω υπομονή

Έπειτα σιωπούμε, αναλογιζόμενοι και οι δύο αυτό που λείπει

Εγώ, in vino veritas, ο ειλαπιναστής σεπτών ανθέων

Κι εγώ, δυσπέμφελος συλλαβισμός της καταιγίδας σου,

Διηνεκής αγνοούμενος πλέον.


© Βασίλης Κόκκοτας

Ο Χένρι Μίλερ από τον Γ.- Ι. Μπαμπασάκη



"Η απόλυτη επικαιρότητα του Χένρι Μίλερ" θα είναι το θέμα που θα διαπραγματευτεί ο συγγραφέας και μεταφραστής Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, στο πλαίσιο των Δευτεριάτικων εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου "Σύγχρονη Έκφραση", στη Λιβαδειά.
Η ομιλία- συζήτηση θα γίνει στις 19/11 στις 8:15.

Τυχεροί εμείς οι Λειβαδίτες!


ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ

Δημάρχου Ι. Ανδρεαδάκη 49, (πρώην Πεσ. Μαχητών), Λιβαδειά

τηλ.& fax (22610)23136, e-mail: n-lamp@otenet.gr


10 Νοε 2007

Το Αντίστροφο Αυγό (#3)


20.

'Οταν το τσόφλι μου θα ξανασπάσω

στον εαυτό μου θα τυλιχτώ,

σαν έμβρυο παρθένο θα ξεράσω

τη σιγουριά που μου προσφέρατε εδώ.