Αναγνώστες

14 Αυγ 2008

Μόνο αλήθεια!

Γιατί τα γράμματά σου δεν φτάνουν ως εδώ;
Οι ταχυδρόμοι δεν αντέχουνε το βάρος;
Πες τους μη σκιάζονται το μπλογκ,
δεν θέλει password το δυάρι!
Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω σκύλο στην αυλή
ούτε καν το κλειδί στην πόρτα.
Όποτε θες μπορείς κι εσύ να ‘ρθείς
χωρίς ειδοποιήσεις κι sms να μπεις
κι ίσως με δεις να ψήνω τον καφέ
ή να με βρεις να κατουράω.
(Κατάκτηση ετών αυτό, pas de problème!)
Έλα και πες μου: «Χώρια σου, άλλο δεν μπορώ,
μακριά σου δεν αντέχω»!…
Θα σκύψω το κεφάλι και θα πω:
«Κι εγώ σε μίσησα το ίδιο»!


1 Αυγ 2008

[το μουνί]*

**


«Kι εσύ, σαν να μιλάω σε ντουβάρι -
ποτέ σου δεν κατάλαβες πώς νιώθω,
κι όταν ανοίγω μια κουβέντα σταματάς,
δεν θες ν' ακούσεις -»
...................................... τι ν' ακούσω τι να πω·
να σκύψω να φιλήσω το μουνί σου,
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
«Ο νους σου στο μουνί -»
.............................................ποιόν ενδιαφέρουν
οι φλογεροί συναισθηματισμοί μας
κι εκείνες οι αβρές ιδανικεύσεις,
οι έρωτες, οι κρίνοι, τα σονέτα.


Και κάτω απ' την αβρότατη επιφάνεια,
όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις μόνο
κάτω απ' την επιφάνεια, το κτήνος,
το θνήσκον κτήνος - θέλει να γαμήσει,
αυτό μονάχα· όλα τ' άλλα θα 'ναι
φαντάσματα του στερημένου ανθρώπου,
σταυροφορίες στην οθόνη τ' ουρανού.
Αν μείνει κάτι θα 'ναι το γαμήσι.

(……)

Το αιδοίο και το θαύμα μιας απόλυτης
παράδοσης στον κόλπο της γυναίκας -
αυτό ποθώ, δεν το 'κρυψα ποτέ μου·
μόνο από μένα κρύβομαι, τη βία
του κρατημένου πόθου που με πνίγει,
και πρέπει γράφοντας να εξανθρωπίσω
εικόνες άφατης λαγνείας: το μουνί,
το λαγαρό αιδοίο, ένας κόσμος
αδιάφορος στο φόβο του θανάτου.

Και τώρα μίλησέ μου εσύ για τ' άλλα.

---
* Ποίημα από τη τελευταία συλλογή του Διονύση Καψάλη "ο κρότος του χρόνου" (εκδόσεις Άγρα, 2007)
** Η φωτογραφία που ήταν και αφορμή για τούτη την ανάρτηση είναι της .

24 Ιουλ 2008

Να πας εκεί!

Να πας εκεί!
Να πας εκεί που σε χαϊδεύουν.
Εκεί που δεν κοστίζει τίποτα το χάδι στη πληγή.
Χάδι σε μια πληγή κακοφορμισμένη
μαζί μ’ ανάθεμα στον εύκολο τον φταίχτη.
-Όχι, μη το σκοτωμένο αίμα!
-Όχι σπίρτο στην πληγή!
Να σαπίσει, μα να μην πονέσει!
Να μην πονέσει κι ας μη γιάνει!

Να πας εκεί!
Δεν έχει εδώ τόπο για σένα.
Εμείς εδώ
λέμε τη σκάφη – σκάφη και την αγάπη – αγάπη.
Φορές τη λέμε Πόνο.
Κατουράμε τη πληγή,
βάζουμ' επάνω στα αίματα
καπνό από το γιούρτι του παππού
και συνεχίζουμε.
Εμείς εδώ
δεν βγάζουμε στο παζάρι το ξαφτούρισμα της καρδιάς.
Δεν παζαρεύουμε τις πεταλούδες μας.
Μπορεί να γεννηθήκαμε μ’ αυτές.
Μπορεί να τις μαζέψαμε απ’ το δρόμο.
Όμως ποτέ δεν τις βγάλαμε στο σφυρί.
Ποτέ δεν τις παίξαμε σε κανένα χρηματιστήριο καταξίωσης.


Να πας εκεί!
Εκεί που η λύπηση είναι ρούχο.
Εκεί που η αυτολύπηση είναι σημαία.
Εκεί που αγαπάνε με τα μάτια.
Εκεί που τα καράβια είναι δεμένα
-σίγουρα πάντα-
στο λιμάνι.
Ποτέ δε θα κινδυνέψουν,
ποτέ τους δε θα ταξιδέψουν!

Να πας σ’ αυτούς!
Γύρνα στη σκοτεινιά τους.
Στη σκοτεινιά των χαμοσερνάμενων αητών.
Των χαρταετών.
Να πας σ’ αυτούς!
Σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε
γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.
Αυτοί
οι κόλακες της Απελπισίας.
Αυτοί
οι κροκόδειλοι των υποχωρητικών δακρύων.

Να πας εκεί!
«Θα ξαναγύριζες μια μέρα στις πηγές της νύχτας,
στις ρίζες των δακρύων σου,
εκεί που φυτρώνουν τ’ άγρια όνειρα,
μες στα σκοτάδια της ανυπαρξίας».*

Να πας εκεί!
Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…
Εδώ αγαπάμε και πληρώνουμε.
Εδώ πεθαίνουμε χωρίς σκοπό ανάστασης.
Εμείς εδώ
περπατάμε στα κάρβουνα.
Εμείς εδώ
για ένα στοίχημα Αγάπης, το κόβουμε το δάχτυλο.
Ποτέ μας, όμως, δεν ευνουχιζόμαστε.
Εμείς
την αγάπη μας τη βαφτίζουμε Σπάραγμα.
Εμείς
το παιδί του έρωτα το βαφτίζουμε Όνειρο.

Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…



2002

---
(*) στίχοι του αγαπημένου Σπύρου Τσακνιά.

15 Ιουλ 2008

Αφρός των ημερών

Όταν αγκαλιαστούμε χωρίς να φεύγεις πέρα
θα φανεί αν είμαστε σύννεφο ή γυαλί ή βότσαλα αναμμένα.
Όμως εγώ σε θέλω ποτάμι, σε θέλω θάλασσα
και ακτή ζεστή σε θέλω,
άμμο στην Ελαφόνησο σε θέλω,
ελάφι τρυφερό σε θέλω,
και νησί σκιαγμένο στο φως του ελαφιού σε θέλω…

Είναι θεριό το κόκκινο.
Πιο όμορφο κι απ' τη Δωδώνη της ματιάς σου.
Μη λες τίποτα.
Δεν είναι η νύχτα τόσο μεγάλη για τις λέξεις σου,
θα περισσέψει νήμα
να πλέξω και μια αγάπη γι όλους που δεν έχουν.
Σιωπώ.

Σε έβλεπα από παιδί να παίζεις με την Έρκυνα
στην αυλή της Κωπαΐδας
και να βολτάρεις στις σπηλιές του Παρνασσού.
Θυμάμαι τότε που έφτανε το μεσημέρι
και η μάνα σου έβαζε φωνή να 'ρθεις να φας.
Σ' ακούγανε στο πέλαγος
κι ήταν τα γέλια σου νησιά καινούρια,
η δροσιά σου κύμα σε αρμυρίκι ξεχασμένο.
Σε αφηγούμαι.

Δεν έχω ουρανό,
-έγινε ζέστη η σιωπή σου και πως θα βγω στον κόσμο;-
μικρή διάφανη ιέρεια σε δωρικό ναό
θα ντρέπομαι που αγαπώ.
Εγώ,
το δέρας των φόβων σου,
εγώ,
το σκήπτρο της αυγής σου,
εγώ που λάγιο αρνί πιστώνομαι
παίζω πεντόβολα τις νύχτες τους πυρήνες μου
και γέρνω σα μικρός θεός
-Αύγουστο μήνα-
στο δέντρο της σκιάς σου.
Φέγγω.

Θες να μου τραγουδήσεις έναν ήλιο;
ή και φεγγάρι αν σου βρίσκεται πιο εύκολο.
Στην κωλοτσέπη, ξέρω, έχεις πάντα καναδυό,
ένα μονάχα χάρισέ μου να πορεύομαι
να μη φοβάμαι τους ανθρώπους.
Είναι φαράγγια οι ανθρώποι,
είσαι εσύ ποτάμι να τρέχεις στο ανάμεσο;
(Νερό να είσαι, αυτό μου φτάνει!
ή και φωτιά κρυμμένη απ' τους θεούς,
η δάδα που τις ώρες μου λιγώνει,
το παιδικό το δώρο που δε μού 'καναν ποτές).
Μ' αν ξεχαστείς
πηγάδι σε ξωκλήσι
ή σα μελίσσι στα αγριολούλουδα του χέρσου,
χαρίσου σπάταλα
και γίνου σύννεφο αρμύρας
μες στον γλυφό των ημερών σκοπό.
Σε διψώ.

Είμαι γυμνός στα μάτια σου και κούρος άμαθος βημάτων
-μη το προδώσεις στην αυγή, η ομορφιά ζηλεύει.
Να σε αγγίξω δεν μπορώ, μα κράτα με εικόνα άχωρη
ανόητα να σε νοιάζομαι.
Φυσάει ολοένα γύρω,
στα τείχη πλάι στη θάλασσα
μαργώνουν τα μαύρα χελιδόνια
αλλά ο ήλιος οιωνίζεται τη μέρα σου
γιορτή.
Γιορτή μες στη κηδεία των ανθρώπων
να φέγγουνε οι απουσίες σαν ζιργκόνια,
παράσημα στης ζήσης μας το αίμα.

Τόση αλήθεια σ’ ένα ψέμα!

Ιούνιος '08

10 Ιουλ 2008

Έξοδος

Δώστε μου, παρακαλώ,
ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα κερί.
Κρατήστε τα ρέστα.
Φεύγω πλούσιος.



Περιδεής εδιάβαινα το μέγα θαύμα της πληγής κι αναρωτιόμουν αν ο θεός προνόησε για μας τα ζωντανά ή εμείς του στήσαμε καρτέρι που ντύσαμε μ’ αγάπη ένα δέντρο καταμεσής στη γύμνια μας.




8 Ιουλ 2008

10+1 παράλληλα κι αδιάφορα


Ξανά-μανά παιχνίδι στα μπλογκ (σιγά μη γράψω μπλογκΣ)!
-Κεράστε μας 10 trivialies! πρότεινε η Ανέφελη.
Ας όψεται που είμαι ευγενικός και καλόβολος και δεν μπορώ να αρνηθώ.
Να λοιπόν τα ασήμαντα ενός ασήμαντου:


1. Βαριέμαι εύκολα. Κουράζομαι ασύστολα με τις κοινωνικές και αισθηματικές ταινίες. Σινεμά πάω 1 (ολογράφως μία) φορά τον χρόνο: μόνο για κάποια «εξτρέμ» ταινία, αν προκύψει καμιά τέτοια!

2. Ποτέ δεν κατάφερα να μου αρέσει ούτε 1 (ολογράφως μία) άρια. Μ’ αρέσουν όμως οι κλασικοί συνθέτες.

3. Μαγειρεύω νόστιμα τα δύσκολα φαγητά, αλλά δεν μπορώ να πετύχω τις τηγανητές πατάτες!

4. Φοβάμαι την αναπηρία, όχι τον θάνατο.

5. Ροχαλίζω.

6. Δεν απαντώ σε τηλεφωνήματα με απόκρυψη.

7. Χρησιμοποιώ «βρώμικες» λέξεις στον λόγο μου, αλλά όχι το «μαλάκα». Το τελευταίο μόνο σαν έσχατη βρισιά.

8. Είμαι φαν του παλιού Μπαγκς Μπάνυ και της παρέας του.

9. Καπνίζω (κληρονομικό χάρισμα).

10. Με εκνευρίζουν οι γλυκεροί ραδιοπαραγωγοί σε Δεύτερο, Δίεση, Μελωδία και με κουράζουν αφάνταστα τα R’n’B, ο Disney, το Χόλυγουντ, οι παπαράτσι που με κυνηγάνε :)) και ο συνάδελφος Κώστας Ζώγας όταν μου εξηγεί τα υπηρεσιακά θέματα: με πάει Αθήνα-Λαμία μέσω Βόλου!


+1:
Έχω τρομερή μνήμη: το πιο παλιό που θυμάμαι είναι ότι εννιά μήνες πριν πρωτοκλάψω, πήγα στο χωράφι με τον πατέρα μου και γύρισα με τη μάνα μου!

2 Ιουλ 2008

μπύρα, ζωή και κίνηση!

Η παράταση της πρόσκλησης δεν πήγαινε άλλο! Ο Scarface μου το ξεκαθάρισε: «Ή έρχεσαι τις επόμενες μέρες ή σου σημαδεύω το πρόσωπο!».

Σκλαβώθηκα! Την επίσκεψή μου στη Χαλκίδα (μια πηδ'σά δρόμος από τη Λιβαδειά), είναι αλήθεια πως την είχα καθυστερήσει -το οικόσημό μου γράφει retard περικλείοντας και τις δυο έννοιες του καθυστερημένου. Αλλά η τρυφερή και γλυκεία ως αμαρτία φωνή του Ευβοιώτη μπλόγκερ, που προς στιγμήν συνέχεσα (αόριστος του συγχέω) με του Γιώργου Αυτιά, ανέστειλε όλες μου τις αναστολές και την Τετάρτη ήμουν πιστός στο ραντεβού.

Το πρόγραμμα περιελάμβανε ποδόσφαιρο 5Χ5 εφήβων 30 έως 102 ετών και στη συνέχεια παρακολούθηση του ημιτελικού Τουρκίας - Γερμανίας μετά σουβλακίων και ζύθου.

Η πρώτη επαφή εκτός ίντερνετ έγινε στην παλιά γέφυρα της Χαλκίδας. Ο γλυκός μου Σημαδεμένος μετά συζύγου και τέκνων με υποδέχτηκαν. Τι ευγενικά και καλά τα παιδιά τους! Καθόλου δεν μοιάζουν του πατέρα τους! Ο οποίος εγκληματώντας πάνω στην ψυχολογία του αγοριού, το είχε ντύσει με τη φανέλα του Σαλπιγγίδη. Ας είναι, μπροστά του θα το βρει!

Σε μια εξοχή στα όρια της πόλης ήταν μαζεμένοι οι παλιόφιλοι (το παλιο- έχει να κάνει με την ηλικία τους). Τα γυναικόπαιδα είχαν πιάσει τα τραπέζια στο παρακείμενο αναψυκτήριο και οι χαλκέντεροι ποδοσφαιριστές έβαζαν «ποδαράκια» όπως κάναμε μικροί(!) για να χωριστούν σε ομάδες! Μα, να μην έχω τη φωτογραφική!...

Ζήλευα. Μου ερχόταν να μπω κι εγώ μέσα, να παίξω και να αποτελειώσω τους χιαστούς μου! Αλλά δεν ήμουν ο μόνος. Ο καλός μου Scarface είχε έρθει κουτσαίνοντας, δεν μπορούσε να πατήσει καλά-καλά το πόδι του, αλλά επέμενε και έπαιξε όλο το παιχνίδι. Στατικά βέβαια, αλλά ο τρόπος που μοίραζε το παιχνίδι, μας επέτρεπε να διακρίνουμε την ποιότητα ενός ποδοσφαιριστή επιπέδου Πάουλο Σόουζα. Μη σου πω και Φέλιξ Μπόρχα! (Την επομένη του διέγνωσαν ρήξη συνδέσμων! Καταλαβαίνει κανείς την τρέλα για τη μπάλα!).

Το παιχνίδι άρχισε με τις καλύτερες προϋποθέσεις: Γκολ στα 40''. Στα 41'' το ενδιαφέρον ανέβηκε με κλωτσιές, βρισιές, ζαβολιές -τύφλα να 'χουν οι αλάνες! Ζωηρότατα τα παιδιά! Άρχισαν να ξεδιπλώνουν το ταλέντο και τις κοιλιές τους στο πλαστικό χόρτο. Τα γκολ βροχή! Οι βρισιές περισσότερες, οι κλωτσιές πηγαίναν γόνα! Άρχισα να φοβάμαι σύρραξη. Με καθησύχασαν: «Άλλες φορές κυνηγιόμασταν στα αμπέλια! Δεν τρέχει τίποτα!». Πράγματι, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, δεν έτρεχαν ούτε οι ίδιοι!

Το παιχνίδι τελείωσε με σκορ χάντμπολ, χαβαλέ και πειράγματα. Οι μεγάλοι παρέδωσαν το γηπεδάκι στα βλαστάρια τους. Καμμιά τριανταριά αγοράκια και κοριτσάκια (μα κάνουν τόσα παιδιά οι έλληνες?), ευχαριστήθηκαν άπειρη ώρα παιχνιδιού χωρίς φωνές και τσιρίδες! (Οι πατεράδες ήταν τα «κακομαθημένα» της βραδιάς).

Οι απωλεσθείσες θερμίδες έπρεπε να βρεθούν επειγόντως και αυτό έγινε μπροστά στις οθόνες του Γιούρο: κάτω απ΄τα δέντρα, πάνω στα πλαστικά τραπέζια, οι πράσινες, οι κόκκινες, οι παγωμένες μπύρες και τα αμαρτωλά γυμνά κορμιά των σουβλακίων επέτρεψαν στους αγωνιζόμενους οικογενειάρχες να ανακτήσουν πλήρως δυνάμεις και κέφια. Ποιος χρειάζεται ναρκωτικά? Ήταν ωραίο το ματς, αλλά ακόμα πιο ωραίες οι προκλήσεις προς τους Κουβανούς (=παίχτες του στοιχήματος που χάνουν, πάνε κουβά).

Περασμένα μεσάνυχτα πλέον άρχισε το παιδομάζωμα, με παρακάλια και αντίσταση κατά της Αρχής (των γονέων) από μεριάς των πιτσιρικάδων. Καληνύχτες και αυτονόητη ανανέωση του ραντεβού για την επόμενη Τετάρτη, σήμερα.

Πέρα από τη πλάκα, ήταν μια βραδυά με ζωή και υγεία. Η πραγματική επαφή, σωματική και ψυχική, μικρών και μεγάλων, δεν γίνεται στους καναπέδες και στα playstation. Στις Τεταρτιάτικες συγκεντρώσεις σαν των φίλων που γνώρισα συμβαίνει!

Να έχετε πάντα τέτοια διάθεση, μάγκες!

Περαστικά σου Scarface!


28 Ιουν 2008

Ιούνιος

Οι σκέψεις Ιουνίζουν

σε επικίνδυνες στροφές.

Νύχτες τσιγγάνες οιακίζουν

ακτές καταργημένες

και λάμνουν σε άνοστο ταξίδι.


Ευτυχώς ή δυστυχώς, είμαστε Εύριπος…


25 Ιουν 2008

1 από τα 5 *


Πάντα καθυστερημένος (retard στα αγγλικά και retard στα γαλλικά), θα μπω στο παιχνίδι που μου κότσαρε η demetrat, να καταθέσω δηλαδή 5 κατιτίς αληθοφανή για την αφεντομουτσουνάρα μου και από αυτά, το ένα να ισχύει στην πραγματικότητα.

Γράψε και κλάψε:

1. Το 1999 όντας πρωταθλητής στο τοπικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα Βοιωτίας με τον Ολυμπιακό (τι άλλο?) Λιβαδειάς, με ζήτησε ο Λεβαδειακός (στη Β’ Εθνική τότε) και ενώ ήμουν έτοιμος να υπογράψω επαγγελματικό συμβόλαιο, άλλαξε ο προπονητής και έμεινα με το στυλό στο χέρι! Από τότε ασχολήθηκα με την ποίηση και την πλήρωσε αυτή!...

2. Έχω εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές και την πρώην σύζυγό μου!

3. Το παρακάτω τετράστιχο από το «λένε για μένα» των Πυξ Λαξ, είναι δικοί μου στίχοι που τους ενεχείρισα στον Πλιάτσικα μετά από μια συναυλία στη Λιβαδειά:

«Πολλοί αναρωτιόντουσαν πώς έφτασε ως εδώ
ας φαίνεται καλό παιδί τι να το κυριεύει,
οι θύελλες που πέρασε δεν του 'βαλαν μυαλό
απ' το Θεό παιδεύεται και το Θεό παιδεύει».

4. Στα 5 μου, με έβαζαν τα γερόντια στο καφενείο του χωριού να τους διαβάζω τα νέα από την εφημερίδα «Ακρόπολις»· (το παιδί-μπουζί!)!

5. Έχω ποζάρει στο Play Girl (τότε που έκανα καταδύσεις).


-----


(*) Το τραγούδι δεν έχει σχέση με την ανάρτηση αλλά ταιριάζει στον τίτλο:

" 5 to 1" - από τους Doors, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι (χα, πρωτότυπο!).


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA


3 Ιουν 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #5



ΑμφίΒιο-Γραφικόν Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Ε': ΜΗΝ ΑΡΧΙΖΕΤΕ ΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ!

[Μετά τον τσακωμό με τον ισπανό εξόριστο Luis Buñuold Boy και τον ανδαλουσιανό σκύλο του (που έληξε αναίμακτα αλλά όχι ακάτουρα), ο Rainer Maria Rilken με τον φίλο του Νέο Ποιητή Jorge Luis Borja, ετοιμάζεται να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Επανάστασης]


(το Α' μέρος εδώ)
(το Β' μέρος εδώ)
(το Γ' μέρος εδώ)
(το Δ' μέρος εδώ)

Το ξενοδοχείο μύριζε θυμάρι και το λόμπυ κόκκινο ουρανό. Ο Rainer σφιχταγκάλιαζε τον Νέο και ενώ μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς του ψιθύρισε: «Ακούω την αγάπη! Τακ τακ εσύ, τακ τακ κι εγώ! Που πάει να πει σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή, βαστάω γερά, κρατάω καλά». Ο ανδαλουσιανός σκύλος τούς κοίταζε και του έτρεχαν τα σάλια. Θυμήθηκε τη σκύλα τη Σμαρώ απ’ την Καλαμαριά, εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης και μάταια έψαχνε το στρατί που πάει για το Depot. (Τελικά οι δυο κόπροι το κάνανε κάτω από το άγαλμα του Βουκεφάλα που έχει κάποιον αρχαίο φαντάρο στην πλάτη του και στη συνέχεια βρέθηκαν να παρακολουθούν -χωρίς εισιτήριο- τη συναυλία του Steve Wynn στο Ξυλουργείο του Μύλου, όπου πάνω στο “turning of the tide” το ξαναέκαναν δημόσια, σα τα σκυλιά εννοείται, κερδίζοντας το μπιζάρισμα του κοινού ενώ ο ανύποπτος αμερικανός κιθαρίστας υποκλινόταν. Αξέχαστη βραδυά!).

Η διαδήλωση έξω στα πλακόστρωτα συνεχιζόταν δίχως να κοιτάζει τη δική τους μελαγχολία. Όμορφα, όμορφα τα κορίτσια πέρναγαν δυο - δυο βιαστικά χωρίς να γνωρίζουνε ότι την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε ακριβά κάποια μέρα που σαν χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά ενώ η μαμά τους θα δακρύζει, συγγενείς, πεθερικά, τα κορίτσια τα καημένα κι ούτε λέξη πια γι' αυτά -ούτε ο καν ο Νιόνιος του Καραγκιόζη δεν θα τα ξαναθυμηθεί γιατί θα τρέχει να πάρει κάποιες κυβερνητικές επιδοτήσεις για συναυλίες που θα δώσει για τον ελληνικό στρατό, ο οποίος μέλλεται να απελευθερώσει την Βόρεια -αμερικανική- Ήπειρο.

«Κι έρχεται ο Απρίλης, αχ καρδούλα μου, να κι ο Μάης συννεφούλα μου», συνέχισε ο Rainer φτύνοντας τα χνούδια από το παλτό του μαρμαρόστηθου νέου. «Δίχως τραγούδι, δάκρυ και φιλί, δεν είν’ Α- δεν είν’ Άνοιξη φέτος αυτή» κλάφτηκε κομπιάζοντας.

-«Θέλεις να βάλω και αίσθημα, ξεμωραμένε μου Πυγμαλίωνα;» τον ρώτησε ο Jorge καυλοπυρέσσων, αφού από ώρα τα πέη τους σαν διάφανα κρίνα, εκλιπαρούσαν φανατικά λίγη γαλήνη την ώρα που σπαράζοταν το φως τους και η φωνή του Διονυσιακά Καψαλιασμένου από αγάπη Νέου, ήρθε σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου, χωρίς να μαζεύει ουρανό για να τους πλύνει ή να κρατά βασιλικό και φύλλα δυόσμου.

Ο Rainer συνειδητοποιώντας το ημίμετρο της δημόσιας επαφής, αποτραβήχτηκε ισιώνοντας τον λαιμοδέτη και τη ρεντιγκότα του. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο κι άκουσε με συγκίνηση, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, τα εξαίσια όργανα του χαμηλόφωνου θιάσου που διαδήλωνε σαν να αποχαιρετούσε την Αλεξάνδρεια.

Το ανεσταλμένο από ώρα αίσθημα ευθύνης, μπροστά στο ποιητικό προτσές και την πρόκληση της εκ των κάτω αέναης καλλιτεχνικής ώθησης, αναδύθηκε και διαχύθηκε στις καλοσιδερωμένες πτυχώσεις του εγκεφάλου του. Σαν δρομέας ημιαντοχής, πήρε δυο βαθειές εισπνοές, σήκωσε πλάτες, κούτελο, και μύτη και κινήθηκε προς την τσεχόπορτα. Τράβηξε το μάνταλο. Έκανε Το βήμα στην Ιστορία. «Ένα μικρό βήμα για τον Ποιητή, ένα τεράστιο τίποτα για την Ποίηση!» όπως θα έλεγε χρόνια αργότερα ο σεληνιασμένος βιβλιοκριτικός Νηλ Άρμστρονγκ. Ήταν έτοιμος να διαμοιράσει το μεσοφόρι της τέχνης του στους βελούδινους οπαδούς του, να διαχύσει τον μεταφυσικό ερωτισμό του στα διάσελα της Κεντρικής Ευρώπης, στους μποέμ της Μποημίας και στους αυτοκρατορικούς κύκλους του τριγώνου Πράγα - Βιέννη - Παρίσι. Αποφασισμένος ακόμα και να κάνει stage diving προκειμένου οι εν δυνάμει μύστες της τέχνης που διαδήλωναν, να γευτούν τους χυμούς και το άρωμα του Ορφικού κομμωτή, ο οποίος ήταν τόσο ψύχραιμα προετοιμασμένος, καλύτερα κι από κάθε Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ώστε να καταστεί ο Όσιρις του Αιώνα! Στο πλάι του οδοιπορούντος ποταμού, μπροστά στο ciné Duino που έπαιζε μια ταινία για τον Ορφέα, «Οι γενναίες πεθαίνουν δυο φορές» λεγόταν η ταινία του Ούγο Φόσκολου, ο Μείζων κοντοστάθηκε και άρχισε να απαγγέλλει μια ελεγεία:

«Ποιος τάχα θα με άκουγε αν φώναζα από τις τάξεις
των αγγέλων; Και αν ακόμη υποθέσουμε πως ένας τους
με έσφιγγε ξάφνου στο στήθος του: πανίσχυρος είναι
και θα 'σβηνα. Γιατί το ωραίο δεν είναι
παρά του φριχτού η αρχή, που μόλις την αντέχουμε
και το θαυμάζουμε τόσο επειδή δεν καταδέχεται
να μας συντρίψει. Ο κάθε άγγελος είναι φοβερός».

Κανείς όμως δεν του έδωσε σημασία.









Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

30 Μαΐ 2008

Η Λαμπέτη πετάει τον Χαρταετό της Μαρίας Νεφέλης

Με αφορμή κι αιτία την Λ, όπως Λύπη



Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη

ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν - ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την "ανάμνηση τον μέλλοντος"
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία - φοβόμουνα και μου άρεσε
ν' αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .


Άνθρωποι μ' ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: "δεσποινίς"
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι "πάνω άνθρωποι" έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους "κάτω"·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια·
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου 'βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι " Ή Άννέτα με τα σάνταλα"
" Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης"
το "Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει"
(ναι θυμάμαι και άλλα)
το ξαναλέω - δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το "Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα".
Μου το 'χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το 'χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ - δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ' έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ' εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν - απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.



Οδυσσέας Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη» (Ο Χαρταετός)


Το βίντεο έχει ανεβεί από την Kirkh70 στο youtube.


21 Μαΐ 2008

Το δεξιά μου Α4 (Ιδογράφως)

Δεξιά από το πληκτρολόγιο έχω πρόχειρο πάντα ένα Α4 για κάθε σημείωση: από στιχάκια (προσχέδια δήθεν ποιημάτων) μέχρι τηλέφωνα, υποχρεώσεις και ψώνια. Ας με εκθέσει λοιπόν το χειρόγραφο, μια και το προκάλεσε η Ανέφελη και θα το μαζέψουν οι autographcollectors.