Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Ιουν 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #5



ΑμφίΒιο-Γραφικόν Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Ε': ΜΗΝ ΑΡΧΙΖΕΤΕ ΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ!

[Μετά τον τσακωμό με τον ισπανό εξόριστο Luis Buñuold Boy και τον ανδαλουσιανό σκύλο του (που έληξε αναίμακτα αλλά όχι ακάτουρα), ο Rainer Maria Rilken με τον φίλο του Νέο Ποιητή Jorge Luis Borja, ετοιμάζεται να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Επανάστασης]


(το Α' μέρος εδώ)
(το Β' μέρος εδώ)
(το Γ' μέρος εδώ)
(το Δ' μέρος εδώ)

Το ξενοδοχείο μύριζε θυμάρι και το λόμπυ κόκκινο ουρανό. Ο Rainer σφιχταγκάλιαζε τον Νέο και ενώ μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς του ψιθύρισε: «Ακούω την αγάπη! Τακ τακ εσύ, τακ τακ κι εγώ! Που πάει να πει σ' αυτή τη γλώσσα τη βουβή, βαστάω γερά, κρατάω καλά». Ο ανδαλουσιανός σκύλος τούς κοίταζε και του έτρεχαν τα σάλια. Θυμήθηκε τη σκύλα τη Σμαρώ απ’ την Καλαμαριά, εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης και μάταια έψαχνε το στρατί που πάει για το Depot. (Τελικά οι δυο κόπροι το κάνανε κάτω από το άγαλμα του Βουκεφάλα που έχει κάποιον αρχαίο φαντάρο στην πλάτη του και στη συνέχεια βρέθηκαν να παρακολουθούν -χωρίς εισιτήριο- τη συναυλία του Steve Wynn στο Ξυλουργείο του Μύλου, όπου πάνω στο “turning of the tide” το ξαναέκαναν δημόσια, σα τα σκυλιά εννοείται, κερδίζοντας το μπιζάρισμα του κοινού ενώ ο ανύποπτος αμερικανός κιθαρίστας υποκλινόταν. Αξέχαστη βραδυά!).

Η διαδήλωση έξω στα πλακόστρωτα συνεχιζόταν δίχως να κοιτάζει τη δική τους μελαγχολία. Όμορφα, όμορφα τα κορίτσια πέρναγαν δυο - δυο βιαστικά χωρίς να γνωρίζουνε ότι την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε ακριβά κάποια μέρα που σαν χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά ενώ η μαμά τους θα δακρύζει, συγγενείς, πεθερικά, τα κορίτσια τα καημένα κι ούτε λέξη πια γι' αυτά -ούτε ο καν ο Νιόνιος του Καραγκιόζη δεν θα τα ξαναθυμηθεί γιατί θα τρέχει να πάρει κάποιες κυβερνητικές επιδοτήσεις για συναυλίες που θα δώσει για τον ελληνικό στρατό, ο οποίος μέλλεται να απελευθερώσει την Βόρεια -αμερικανική- Ήπειρο.

«Κι έρχεται ο Απρίλης, αχ καρδούλα μου, να κι ο Μάης συννεφούλα μου», συνέχισε ο Rainer φτύνοντας τα χνούδια από το παλτό του μαρμαρόστηθου νέου. «Δίχως τραγούδι, δάκρυ και φιλί, δεν είν’ Α- δεν είν’ Άνοιξη φέτος αυτή» κλάφτηκε κομπιάζοντας.

-«Θέλεις να βάλω και αίσθημα, ξεμωραμένε μου Πυγμαλίωνα;» τον ρώτησε ο Jorge καυλοπυρέσσων, αφού από ώρα τα πέη τους σαν διάφανα κρίνα, εκλιπαρούσαν φανατικά λίγη γαλήνη την ώρα που σπαράζοταν το φως τους και η φωνή του Διονυσιακά Καψαλιασμένου από αγάπη Νέου, ήρθε σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου, χωρίς να μαζεύει ουρανό για να τους πλύνει ή να κρατά βασιλικό και φύλλα δυόσμου.

Ο Rainer συνειδητοποιώντας το ημίμετρο της δημόσιας επαφής, αποτραβήχτηκε ισιώνοντας τον λαιμοδέτη και τη ρεντιγκότα του. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο κι άκουσε με συγκίνηση, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, τα εξαίσια όργανα του χαμηλόφωνου θιάσου που διαδήλωνε σαν να αποχαιρετούσε την Αλεξάνδρεια.

Το ανεσταλμένο από ώρα αίσθημα ευθύνης, μπροστά στο ποιητικό προτσές και την πρόκληση της εκ των κάτω αέναης καλλιτεχνικής ώθησης, αναδύθηκε και διαχύθηκε στις καλοσιδερωμένες πτυχώσεις του εγκεφάλου του. Σαν δρομέας ημιαντοχής, πήρε δυο βαθειές εισπνοές, σήκωσε πλάτες, κούτελο, και μύτη και κινήθηκε προς την τσεχόπορτα. Τράβηξε το μάνταλο. Έκανε Το βήμα στην Ιστορία. «Ένα μικρό βήμα για τον Ποιητή, ένα τεράστιο τίποτα για την Ποίηση!» όπως θα έλεγε χρόνια αργότερα ο σεληνιασμένος βιβλιοκριτικός Νηλ Άρμστρονγκ. Ήταν έτοιμος να διαμοιράσει το μεσοφόρι της τέχνης του στους βελούδινους οπαδούς του, να διαχύσει τον μεταφυσικό ερωτισμό του στα διάσελα της Κεντρικής Ευρώπης, στους μποέμ της Μποημίας και στους αυτοκρατορικούς κύκλους του τριγώνου Πράγα - Βιέννη - Παρίσι. Αποφασισμένος ακόμα και να κάνει stage diving προκειμένου οι εν δυνάμει μύστες της τέχνης που διαδήλωναν, να γευτούν τους χυμούς και το άρωμα του Ορφικού κομμωτή, ο οποίος ήταν τόσο ψύχραιμα προετοιμασμένος, καλύτερα κι από κάθε Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ, ώστε να καταστεί ο Όσιρις του Αιώνα! Στο πλάι του οδοιπορούντος ποταμού, μπροστά στο ciné Duino που έπαιζε μια ταινία για τον Ορφέα, «Οι γενναίες πεθαίνουν δυο φορές» λεγόταν η ταινία του Ούγο Φόσκολου, ο Μείζων κοντοστάθηκε και άρχισε να απαγγέλλει μια ελεγεία:

«Ποιος τάχα θα με άκουγε αν φώναζα από τις τάξεις
των αγγέλων; Και αν ακόμη υποθέσουμε πως ένας τους
με έσφιγγε ξάφνου στο στήθος του: πανίσχυρος είναι
και θα 'σβηνα. Γιατί το ωραίο δεν είναι
παρά του φριχτού η αρχή, που μόλις την αντέχουμε
και το θαυμάζουμε τόσο επειδή δεν καταδέχεται
να μας συντρίψει. Ο κάθε άγγελος είναι φοβερός».

Κανείς όμως δεν του έδωσε σημασία.









Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

18 Απρ 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #4

ΑμφίΒιο-Γραφικόν Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Δ' : ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

[Ο κομμωτέχνης-Ποιητής Rainer Maria Rilken, μέντορας του νεαρού με πρόβλημα πυτιρίδας Jorge Luis Borja, ετοιμάζεται να ηγηθεί της Λογοτεχνικής Επανάστασης μια βραδυά στο Λεβερκούζεν στη Πράγα.]


(το Α' μέρος εδώ)
(το Β' μέρος εδώ)
(το Γ' μέρος εδώ)

Φτάνοντας στην εξώπορτα του ξενοδοχείου ο Μείζων κοντοστάθηκε. Μια έμπνευση τον χτυπούσε ανεπανόρθωτα: «τα Ελεγεία της Εξώπορτας» ναι, αυτός θα είναι ο τίτλος. «Αλλά τι στίχους να βάλω;» Γαβ! ακούστηκε πίσω του ο ανδαλουσιανός σκύλος του εξόριστου ισπανού ρεσεπσιονίστ Luis Buñuold Boy. Η έμπνευση τον ξαναχτύπησε αποτελεσματικότερα· στίχοι που θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί σε κάποιο νησί του Αιγαίου από κάποιον ξεμωραμένο με κάποια νεαρά, τον μαρμάρωσαν σαν μισός να περνάει το νερό και μισός να κλαίει μες στον Παράδεισο:

«Γαβ η αγάπη· γαβ η απάρνηση· γαβ η Mαρία και η
Προσκύνησις των Mάγων· γαβ όλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Eν; Έτος; Θρήσκευμα; Kενό.
Eνώ
Kάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Kάθετα τείχη όπου δυο τρεις ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Oύγοι με τις Aουγκουστίνες τους και με τα
κυνηγετικά τους
κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στον πλαγίαυλο».

Δεν πίστευε στην κυνική έμπνευση που του απέστειλε ο σκύλος!

Ο Νέος τον μιμήθηκε στην ακινησία. «Ο σεβασμός στον δάσκαλο είναι μια πράξη σπουδαία και τελεία. Αν συμβαίνει υποκριτικά τότε είναι τραγωδία» συμπέρανε ηδυσμένα μεν, δι' ελέου και φόβου δε για την υπερθέρμανση του εγκεφάλου του από τέτοιες άριστες και τέλειες διασυνδέσεις.

«Όσο ζεις μαθαίνεις», υπερεξακόντισε σε επικούρειες σφαίρες τη σκέψη του. «Και όσο ζεις με έναν ποιητή μαθαίνεις να κινείσαι ή να μην κινείσαι· ποιείς ή δεν ποιείς! Εκτός εάν η μη ποίηση είναι προσποίηση για να αποφύγεις την παραποίηση, καθώς το μη ποιηθέν εξ αντικειμένου δεν μπορεί να καταστεί παραποιηθέν therefore μηδέν επί μηδέν ίσον μηδέν», ολοκλήρωσε καντιανώς, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά.

Ένιωσε υγρό τον αστράγαλό του. Ο ανδαλουσιανός σκύλος κατουρούσε το μπατζάκι του. Κατούρησε κι αυτός τον σκύλο. Το βυσσινί χαλί μύριζε σπίρτο δημόσιων ουρητηρίων. Πιο δίπλα, στον καναπέ Louis XV (γεμάτο Luis το χωλ του ξενοδοχείου), αδιαφορώντας για τα τεκταινόμενα λαγοκοιμόταν ένας αδιάφορος ζωγράφος με τσιγκελωτό μουστάκι, ο Salvador de que Gala -γνωστός στους φίλους του ως ο μεγάλος αυνανιστής- και επηρεασμένος από ένα όνειρο που οφειλόταν στο πέταγμα μέλισσας γύρω από ένα ρόδι, ένα δευτερόλεπτο πριν το ξύπνημα σχεδίαζε ενοχικά το πορτραίτο ενός -κερατωμένου απ’ τον ίδιο- ελληνογάλλου φίλου του, του Παύλου Ελυάρδη.

Ο Luis ο ισπανός ρεσεψιονίστ από τη Calanda, που όταν απ’ τη βάρδια του τη βραδυνή σχολούσε στη κάμαρά του πήγαινε γελώντας να τη βρει κι ώρες πολλές για ταινίες παράξενες μιλούσε, σαλτάρισε και εξανέστη:

-Figlio di puttana, che cazzo fai? Μπουρζουάδες, που θαρρείτε ότι με τη κρυφή γοητεία σας θα με σαγηνεύσετε με κάποιο μπουρμπουάρ για να κρύψω τη φιλοσοφία μου στο μπουντουάρ και να κάνω τα στραβά μάτια!... Μου λερώσατε το χαλί, παλιόσκυλα!

-Αυτός άρχισε πρώτος! μυξόκλαψε ο Jorge Luis και έδειξε το τρομαγμένο σκύλο που μαζεύτηκε στη γωνιά σαν βρεγμένη γάτα.

Ο Luis σκέτο, κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του. Ο Rainer Maria παράτησε την επανάσταση και την ελιτίστικη ποίηση στην ομπρελοθήκη και έσπευσε να υπερασπιστεί το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του, τον μελαμψό ελπιδοφόρο Νέο. Με ένα διπλό άξελ και ένα τριπλό τόλουπ έστρεψε την πλάτη στον ισπανό αρνησίπατρι, αγκάλιασε τον αγαπημένο του και κοιτώντας τον στα ορφικά του μάτια, του εξομολογήθηκε:

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.

Ο Luis σκέτο, έχασκε όπως ο George Best βράδυ Σαββάτου στα μπαρ του Μάντσεστερ με τρεις μισόγυμνες μοντέλες αγκαλιά. «Τι παπαριές είναι αυτά», πρόλαβε να σκεφτεί πριν ακούσει τον εξωτικό Νέο να ρωτάει τον σύντροφό του:

¿ Por qué persistes, incesante espejo ?
¿ Por qué duplicas, misterioso hermano,
el movimiento de mi mano ?
¿ Por qué en la sombra el súbito reflejo ?

Eres el otro yo de que habla el griego
y acechas desde siempre. En la tersura
del agua incierta o del cristal que dura
me buscas y es inútil estar ciego.

El hecho de no verte y de saberte
te agrega horror, cosa de magia que osas
multiplicar la cifra de las cosas

que somos y que abarcan nuestra suerte.
Cuando esté muerto, copiarás a otro
y luego a otro, a otro, a otro, a otro...

-Γαμώ τα ελληνικά σας, είπε απελπισμένα ο ισπανός. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω γρι! Με αποσυντονίσατε κουλτουριαραίοι του γλυκού νερού! Do t’ ju marë djalli dhe t’ ju ngrejë! πέταξε θυμωμένα σε άπταιστα αλβανικά και αφού σφούγκισε τον μαραμένο σκύλο του έβαλε στο πικ-απ το δίσκο με παλιά ρεμπέτικα «τα Ωραία της Ημέρας».

Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

2 Απρ 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #3

Αμφίβιον Αφήγημα Εις Συνεχείας
Μέρος Γ' : ΣΤΟΝ "ΠΥΡΓΟ" ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΑΦΚΑ
(το Α' μέρος εδώ)
(το Β' μέρος εδώ)

Ήταν Άνοιξη στη Πράγα.

O Rainer Maria Rilken και ο Jorge Luis Borja, ξύπνησαν στο ίδιο δωμάτιο, στο ίδιο κρεβάτι ενώ και οι ενοχές με την καύλα εναλλάξ, τρεμόπαιζαν τον άγγελο ή τον δαίμονα στις άκρες των δακτύλων τους, απόγευμα Σαββάτου. «Για τις παλιές αγάπες, μη μιλάς» πρότεινε ο Μείζων. Συγκατένευσε με τη σιωπή του ο Νέος κοιτάζοντας το κουτάκι των προφυλακτικών στο κομοδίνο που έχασκε άδειο, γιατί δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα.

Το ξενοδοχείο «Πύργος» ήταν στο τέλος της οδού Κάφκα. Έπιναν αμίλητοι τον καφέ τους όταν μια κατσαρίδα γαργάλησε το πόδι του αθλητή. Πριν προλάβει να σημειολογήσει ο κομμωτής-πρώην αξωματικός, ο λατίνος νέος την αποχύμωσε με τη βοήθεια ενός ογκώδη Προυστ που είχε ξεχαστεί στο κομοδίνο. Χαμένος χρόνος! Στο «κράκ» του εντόμου, ο Rainer μούδιασε. Ανακάλεσε στη μνήμη του την εποχή των στρατιωτικών ασκήσεων στις κροκάλες της λίμνης Μπάλατον, τότε που ένας μεθυσμένος ούγγρος χωριάτης του είχε ξεστομίσει γελώντας σε άπταιστα γερμανικά:

-«Πώς είσαι έτσι, ρε»!

Έξι χρόνια τώρα, ο ήχος που έκαναν τα άρβυλα -έστω και με τακούνια- πάνω στα βότσαλα σε συνδυασμό με τον ενικό του αγροίκου της αγροικίας, του έφερνε αναγούλα. Πήρε βαθειές ανάσες και σκέφτηκε να γράψει ένα ποίημα. Ή να ανακαλύψει ένα σαμπουάν. Το ίδιο του έκανε! Αναλογιζόταν αναποφάσιστα για ώρες, ώσπου τον επανέφερε η φωνή του συντρόφου του:

-Δεν βλέπω τίποτα!

-Φως, περισσότερο φως! αντέτεινε αυθόρμητα.

Είχε νυχτώσει. Άναψαν το φως. Από το κέντρο της πόλης έρχονταν κατά κύματα φωνές. Βελούδινες φωνές. Κάτω στο πεζοδρόμιο του ξενοδοχείου μαζευόταν κόσμος που μιλούσε βελούδινα. Έστησαν αυτί να καταλάβουν τι μπορεί να συμβαίνει. Δυο λέξεις διέκριναν: Λογοτέχνης και Επανάσταση. Επανάσταση, Λογοτέχνης! Ώστε λοιπόν, ο Rainer με το γυναικείο δεύτερο όνομα είχε καταφέρει να ταρακουνήσει το γίγνεσθαι της πατρίδας του, πριν ακόμα θεωρήσει ο ίδιος τον εαυτό του έτοιμο!

-Ντύσου, πρόσταξε τον Jorge Luis, ο κόσμος ζητά να ηγηθώ της Λογοτεχνικής Επανάστασης! Θα κατέβουμε στον λαό για να τον ανεβάσουμε στους λαγαρούς ουρανούς της Πνευματικής Καλλιέργειας! Η Καλλιέπεια της Ποίησης δικαιώνεται με τούτη την Καλλιτεχνική Ανάσταση και την Πολιτική Καλλιγραφία που επιδεικνύει ο λαός -εξαιρουμένων των κρητικών βεβαίως!…

-Εντάξει μπουάνα, αλλά θα πρόσεξες ότι χρησιμοποιείς το συνθετικό «καλλι-» συχνά! Πώς θα γίνω Μείζων Ποιητής με τέτοιο φτωχό λεξιλόγιο;

-Η γλώσσα, αγαπητέ μου, η γλώσσα εν τη χυδαία εννοία της σε ωθεί στην αναγνώριση και όχι οι λέξεις. Και τα σαλόνια επίσης! Όπως συμβαίνει και στο ποδόσφαιρο, πράγμα που γνωρίζεις όσο να ’ναι καλύτερα από εμέ έναν απλό διανοούμενο κομμωτέχνη. Στα γήπεδα πιστεύεις πως παίζεται; Όχι βέβαια! Στα σαλόνια παίζεται κι αυτό! Ίσως και στις κρεβατοκάμαρες, που ακόμα κι εμείς οι ποιητές δεν υποτιμάμε διόλου! Ά, και στην κουζίνα επίσης μαγειρεύονται διακρίσεις!… (αυτό έχει ρίμα, να το γράψω, σκέφτηκε). Αλλά και πάλι, συνέχισε την αλυσίδα της σκέψης του, στον καμπινέ καταλήγουν όλα! (αυτό να μην το γράψω, συνοφρυώθηκε). Τελικά χρειάζεσαι τον χώρο σου για να διακριθείς, διέγνωσε με σηκωμένο δάχτυλο. Με αποπροσανατόλισες όμως, Νέε Ποιητή, ενώ η Επανάσταση με περιμένει!


Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

28 Μαρ 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #2

Αμφίβιον Αφήγημα Εις Συνεχείας
Μέρος Β' : ΕΝΟΣ ΜΠΑΡ ΜΥΡΙΑ ΕΠΟΝΤΑΙ...
(το Α' μέρος εδώ)

Το βράδυ της τελευταίας παράστασης, στη σκοτεινή γωνία της μπάρας ένας λυγερόκορμος σκούρος νεαρός έπινε αργεντίνικο μάτε, σκυμμένος πάνω από την τελευταία έκδοση του «Μάτε Ερμητικά Κλειστό» (σε μετάφραση-προσαρμογή Alfredo Di Stefano, εκδόσεις Surreal Madrid, σελίδες 4-4-2). Ο ιδρωμένος performer Rainer, εξαντλημένος από το μπιζάρισμα, στριμώχτηκε δίπλα του προκειμένου να καπνίσει, απολαμβάνοντας το κενό του θριάμβου του. Όμως μια μυρωδιά latinίλας με επικάλυψη ποδοσφαιρικών αποδυτηριάσεων εισέβαλε αριστερόθεν του στους υποδοχείς του επιθηλίου που επιστρώνει κάθε ρινική κοιλότητά, και ως γνωστόν, μερικές οσμές δίνουν το ερέθισμα στο με­ταιχμιακό σύστημα να ενεργοποιήσει τον υποθάλαμο και την υπόφυση, πυροδοτώντας την παραγωγή ορμονών που ελέγχουν τη σεξουαλική συμπεριφορά, το αίσθημα της πείνας, τη θερμοκρασία του σώματος και άλλες λειτουργίες. Ποιος να ξέρει τι του ξεκούνησε το βαρβατώδες άρωμα του διπλανού αθώου μετανάστη και συμπληρωματικά ερχομένης της οράσεως, επέλεξε να κρύψει τον αναπτήρα και πρότεινε το πούρο του αναστενάζοντας ερωτηματικά:

-Φωτιά;!

-Πού; τρόμαξε ο ευειδής βιβλιόφιλος.


Το πρωί τους βρήκε μόνους να χορεύουν από μνήμης.

Η καθαρίστρια τους πρόγκηξε:

-Σπίτια, δεν έχετε εσείς;

-Ρεφορμιστές του κερατά! συνέχισε χαμηλόφωνα η συνειδητοποιημένη προλετάρια. Καταστασιακοί με τα λεφτά της μαμάς!… Αλκοολικοί που γράφετε γιατί δεν ξέρετε να μεθάτε!… Εραστές που γαμάτε μόνο με λέξεις!… Μουσικοί που οι όπερές σας δεν πιάνουν μια πεντάρα!… Μπρεχτόδουλοι!…

Τους έσπρωξε στο φως με το ζόρι.

Οι νέοι φίλοι μετά το πρωινό (γερμανικό κομπλέ), πήγαν στη λίμνη του πάρκου όπου ο Lou Reed, τίγκα στη ντρόγκα, τάιζε τις πάπιες με ψωμάκια βουτηγμένα σε LSD. Αι νήσσαι εφαντασιώνοντο πως ήντουσαν αγριόπαπιες και με ηγέτη στο Λ του σμήνους τους τον Duffy Duck, βομβάρδιζαν με κοτσιλιές τους Πολιτιστικούς και Λογοτεχνικούς συλλόγους των Βαλκανίων. Στην κορύφωση της πρωινής επιδρομής όμως, μικροκύματα που εκλύονταν από τα δελτία ειδήσεων έκαψαν τις πυξίδες των διαρροϊκών πτηνών, με αποτέλεσμα να συνεχίσουν το ταξίδι τους σε σχηματισμό VWV πλέον, πέρα από τη θάλασσα, πέρα από τα βάθη που ήταν η αγάπη τους που την είχαν χάσει και έτσι στούκαραν σούμπιτα πάνω σε ένα χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος, το οποίο έκτοτε καλείται μαρτυρική μεγαλόνησσος.

Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

26 Μαρ 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja

Αμφίβιον Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Α' : ΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΟΣ

Ο Rainer Maria Rilken, ρομαντικός κομμωτής του περασμένου αιώνα, που εξελίχθηκε σε Μείζονα Ποιητή, έγινε γνωστός όταν έστειλε το «Σαμπουάν σ’ έναν νέο ποιητή», ο οποίος ποιητής είχε πιτυρίδα και για τον λόγο αυτόν δύσκολα γινόταν αποδεκτός στα φιλολογικά σαλόνια. Ο Νέος Ποιητής λεγόταν Jorge Luis Borja και μόλις είχε ξεκινήσει καριέρα ποδοσφαιριστή.

Παρότι σέντερ φορ, δίχτυα δεν έβλεπε με τίποτα! «Τυφλό» τον ανέβαζαν, «τυφλό» τον κατέβαζαν οι οπαδοί. Μια κουλτούρα όμως, όπως και να ’χε, τη διέθετε: ανάμεσα στα ημίχρονα διάβαζε το «Ο Έρως Είναι Τυφλός» του Boris Vian ή άλλες φορές απήγγειλε με κλειστά μάτια την «Ιλιάδα» σε μετάφραση Jose Feliciano. Τις νύχτες στραβωνόταν να διαβάζει ώρες ολόκληρες με το σπαρματσέτο, στη φτωχική κάμαρα που είχε νοικιάσει από μια άσπλαχνη γιαγιά, aka η γιαγιά της αθώας Erendira.

Λίγα χρόνια καριέρας και άσπρη μέρα δεν είχε δει. Παρακινημένος από την αθώα Ερέντιρα, μοντάρει ένα dvd με τις καλύτερες αγωνιστικές στιγμές του διάρκειας 1.35 λεπτών, και αναζητά την τύχη του στην Ανενωμένη -τότε- Ευρώπη.

Ο Rainer Maria Rilken, γόνος ευκατάστατης οικογένειας της Πράγας, φοιτούσε τότε στην Στρατιωτική Ακαδημία. Κάτι οι κακουχίες από το φοντύ που το έβαζαν μακρυά του στο τραπέζι, κάτι τα ψηλά τακούνια που είχαν οι μπότες οι κατασκευασμένες αποκλειστικά γι’ αυτόν, από έναν εβραίο τσιγγάνο ονόματι Almodovar, ήρθε και πήρε την κατιούσα η υγεία του. Άρχισε να ασχολείται με την κομμωτική και την λογοτεχνία ταυτόχρονα -«και τα δυο είναι Τέχνη» έλεγε αρχοντικά, «να δείτε που ογδόντα χρόνια μετά από μένα, κάποιος έλληνας θα το διαπράττει, με το αζημίωτο, στη Ρώμη»- και παρουσίαζε τα έργα του στα νάιτ κλαμπ της Κεντρικής Ευρώπης. Μπροστά σε κοινό μεθυσμένο από αψέντι, μπούτια και σερβιτόρικα βυζιά, υπό τους ήχους μουσικής RnB (RhythmnBolero), μόλις έφταναν τα μεσάνυχτα, άρχιζε την performance: ανέβαινε στη σκηνή διακόπτοντας τους μουσικούς και καταλαμβάνοντας το αναλόγιο του μαέστρου, απολάμβανε να χτενίζει επιδεικτικά τα κείμενα που ήταν προς εκτύπωση. Οι κριτικοί τον επαινούσαν αλλά οι κρητικοί θαμώνες τού πετούσαν χοχλιούς μπουρμπουριστούς και κατσικίσιο τυρί. Αναγκαστικά, περιόρισε τις εμφανίσεις του για μια σαιζόν στο Hard Rock Cabaret της Πράγας.



Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)