Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Νοε 2013

Υπεραστικό

Αργείς
σαν ήλιος που ξεχάστηκε στον φάρο.
Δεν θα σου πω που σ' αγαπώ·
το κύμα σου ξεπλένει το μυαλό

κι αποφοιτώ με βότσαλα αριστίνδην.
Τρίβω με άμμο την απόσταση
σα γλώσσα που λουστράρει τα πλευρά μου
και λέξη άγνωστη προσμένω
-πυρετό ακαριαίο-
καθώς θα καίγομαι στο λίγο των αρμών σου,
θυμίαμα του παντός,

κορμί που φέγγει
στο σέλας του αγνώστου.

Ολοένα ρώταγα για σένα
μέλισσες, θαλασσοπούλια και σκονισμένες δάφνες,
ώσπου νυχτώθηκα ποτάμι
στο γεφύρι του λαιμού σου.







8 Ιουν 2013

Αποκαθήλωση



Ήρθες.
Αυτή η απόσταση από χώρο κι από χρόνο
ήταν σταυρός.
Ήρθες.
Αυτό δεν είναι αγκάλιασμα
είναι
αποκαθήλωση.


                                
                                     Γ. Υφαντής 

 

10 Νοε 2010

Γέλια του Οφιούχου

Απ’ όλα τα πουλιά
μόνο η περηφάνεια σου σκοτώνει το άσπρο.
Κι ο λόγος δεν είναι που πατήθηκε ο λόγος
ούτε που του έρωτα το άλογο φρένιασε,
μον’ που ’βαλες σκυλιά ξωπίσω μου, τα γέλια του Οφιούχου,
να με δαγκώνουν σχέδια
πληγές φρέσκιας ημέρας.
Και που σε σκέφτομαι μεσοπέλαγα
-τρεις μέρες δρόμο-
μου τη φυλάς, το ξέρω.

           Γωνία Νοεμβρίου με τα μάτια σου,
           δεν είχε φανάρι
                είπα να περάσω
                     το φορτηγό σαϊτα
                          οι ρόδες του από θάνατο,
      ποιος με θυμάται!…

Πέρα ως τη χάση του ουρανού
με ψάχνουνε τα γέλια του Οφιούχου.
Ψάχνω κι εγώ τον κώδικα, τι να σημαίνουν;
τάχα «ποτέ πια» ή μήπως «μη με περιμένεις»;

Κι έλεγα, ο φτωχός, θα ’δινες ένα χέρι
να ανακαλύπταμε την Αστρονομία του Έρωτα.


[Αυθόρμητη "παραλλαγή-ιεροσυλία" που την διέπραξα
διαβάζοντας ποιήματα του Έκτορα Κακναβάτου στις 21.11.2002]



       

Πέθανε ο ποιητής Έκτωρ Κακναβάτος

Πέθανε, στα 90 του χρόνια, έχοντας ζήσει μία γόνιμη πραγματική και ποιητική ζωή ο Έκτωρ Κακναβάτος. Ο Γιώργος Κοντογιώργης, όπως ήταν το κανονικό του όνομα υπήρξε από τους συνεπέστερους εκπροσώπους του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού. 
Ανήκε στον αστερισμό, που τον μοιράστηκε με τους Μάτση Χατζηλαζάρου, Μαντώ Αρβαντινού, Γιώργο Λίκο, Δ. Π. Παπαδίτσα και Μίλτο Σαχτούρη. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1920, σπούδασε μαθηματικά και εργάστηκε στην Μέση Εκπαίδευση.
Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, με τις τάξεις τού ΕΑΜ, ενώ, κατά τη διάρκεια τού Εμφύλιου, συνελήφθη και κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα, με την ποιητική συλλογή «Fuga», το 1943. Το έργο του συγκεντρώθηκε στον τόμο «Ποιήματα: 1943 - 1987» («Αγρα»). Είχε μεταφράσει Τζόϊς Μανσούρ και Μαρσέλ Σβομπ.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=222008

.

3 Ιουν 2010

Μικρή Άνοιξη

Ήθελα να σου στείλω έναν ήλιο
μα τον μισθώσανε σε άλλες γειτονιές.
Έλεγα να σπείρω λίγ’ αστέρια στα βράδυα των ματιών σου
μα αυτά ξεχάστηκαν να παίζουν σαν παιδιά
κάτω στ’ αμπέλια των παλιών ερώτων.
Είπα να ‘ρθω σα βότσαλο στις όχθες των βημάτων σου
να καθρεφτίζομαι στις σκέψεις σου
και των αρμών τα χάσματα να δένω ευλαβικά.
Όμως μια θάλασσα σιωπής
σπαράζει την αυγή μου,
τις πλάτες μού γυρίζει αγέρωχα
κι εγώ ανώφελος και άλογος,
βουβός να μένω βασιλιάς,
ανθός χωρίς κλωνάρι.


10 Απρ 2010

Είναι φορές

Είναι φορές που η γλώσσα μου

δεν έχει λόγια

έχει μονάχα κόκκαλα.

Τότε είναι που ανατρέχω

στους παιδικούς λειμώνες

και σε κείνους τους άδολους γκρεμούς

-σε κείνους που πέφτω κάθε βράδυ-

μα δεν σκοτώνομαι

γιατί ακόμα ζω

αφού είμαι ακόμα εδώ

ώστε να εξιστορώ

πόσο πολύ πεθαίνω

και πως καθόλου δεν υπάρχομαι.

28 Οκτ 2008

Στις 28 καθε Οκτώβρη


Επαίτες που απαιτείτε επετείους
Κραταιοί κρατιστές
Του άκρατου καπηλευτισμού
Κροίσοι και Μίδες
Με τ’ αστέρια στις επωμίδες,
Επώνυμοι επονείδιστοι
Επωμηδίσαντες,
Επωμίζομαι την ευθύνη να σας ρωτήσω:
Είστε σίγουροι
Ότι κάποιοι πολέμησαν για τα σύνορά σας
Και όχι για την ελευθερία τους;
Είστε σίγουροι
Ότι τα πριονισμένα απ’ τα κρυοπαγήματα πόδια,
Θάφτηκαν ’κει έξω απ’ τα Τεπελένια,
Για να ισοσκελίζετε, σεις, τον προϋπολογισμό σας;


10 Οκτ 2008

Με τέσσερα χέρια

Δυό χέρια στη βορειοδυτική Ελλάδα και δυό στη Ρούμελη, δυό άγνωστοι φίλοι κυριολεκτικά, έγραψαν από κοινού ένα ποίημα (;).
Με την Δήμητρα, γνωριζόμαστε μόνο ψηφιακά. Από δω, από τα μπλογκ. Ούτε στο τηλέφωνο δεν έχουμε μιλήσει. Επικοινωνώντας όμως το καλοκαίρι, ιντερνετικά πάντα, έπεσε η ιδέα να δοκιμάσουμε να γράψουμε ένα ποίημα κατά παράβαση όλων των εννοιών της ατομικής δημιουργίας. Λίγοι στίχοι τη μια μέρα, λίγοι την άλλη, χωρίς κανόνες, όσο και όταν είχε έμπνευση ο καθένας μας, να ‘σου λοιπόν το εργόχειρο στα google docs, χωρίς σχεδόν διορθώσεις και χωρίς να συστήσει τίποτα ο ένας στον άλλον! Η αυτοδιαχείριση και η κοινοκτημοσύνη στην Τέχνη! Ούτε ο Μαγιακόφσκι δεν το είχε φανταστεί!( Ή μήπως το προέβλεψε και γι αυτό αυτοκτόνησε);

Τα σέβη μου στη Δήμητρα, που ψευδόταν πως δεν τα καταφέρνει με την ποίηση!...


Μινώταυρος οι μέρες
το αίμα μας παρθένο ζητάνε.
Κι ούτε που νοιάστηκαν
αν περπατήσαμε και που,
μόνο να ξεδιψάσουν με το κόκκινο
καταβολή απ' το υστέρημά μας.

Στις γιορτές τους ήμασταν
τα ορφανά που τρώγαν χώρια.
Ρούχα και πλουμίδια,
μόνο τα μάτια χόρτασαν.

Δεν έχουμε λόγο να γείρουμε
ούτε να σηκωθούμε πάνω από τη γη των επερχόμενων.
Είμαστε το κριθαράκι στο μάτι,
το σπασμένο οστούν της καρτερίας.
Το σημάδι που οδηγεί τα καινούρια βήματα
σε μονοπάτια που ερευνήθηκαν
σε εχθρική γη
διάσπαρτη με τοτέμ αλλονών.

Όμως, εγώ θέλω εδώ!
Εδώ να διψάσω
Εδώ να χορτάσω .
Στο δικό μου τραπέζι, μες στη χαρά μου,
δίχως να γυρίσω το μάγουλο ούτε μιά φορά.

16 Σεπ 2008

Η Δόνα Μόνη

2 m.r.
Δόνα Μόνη,
εικόνα αλμυρή.
Ανάθημα σ’ απόμερου θεού το τέμενος
ή και περσίδα στου φεγγαριού το σκούρο,
φωτάκι που ζυγιάζεται
μια στο κατάρτι
και μια στον άνεμο
σα σημαία από γάζα υποσχέσεων.
Άμμος τα παράπονα,
έρμα
στου πειρατή καιρού
το συνεχές αμπάρι.

Δόνα Μόνη,
του άγνωστου τοξότη ουρανός.
Πέρδικα στη χάση των περιβολιών
που τρέμει το πουλάκι της μην πάθει
και δένει το πηγάδι με το σύννεφο
ζεϊμπέκικο ν’ ανάψει σε σκυλάδικο
όπως στου Αη-Κρυφού το πανηγύρι,
εκεί που οι γύφτισσες καρδιές ξεδίνουν
μνήμονες μούσες
κηπουρές
σε κάμπο αλαφιασμένο από κύματα
δανεικά και άγια,
εκεί που ο κόλπος
-ως κοχύλι ή τάχατες ως αχινός-
σμίγεται μπεχλιβάνικα
με της ζωής το φίδι.

Τούτη την έρημο
η Δόνα Μόνη
ως Δήλιος κολυμβητής
ανάπρυμα διατρέχει.


14 Αυγ 2008

Μόνο αλήθεια!

Γιατί τα γράμματά σου δεν φτάνουν ως εδώ;
Οι ταχυδρόμοι δεν αντέχουνε το βάρος;
Πες τους μη σκιάζονται το μπλογκ,
δεν θέλει password το δυάρι!
Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω σκύλο στην αυλή
ούτε καν το κλειδί στην πόρτα.
Όποτε θες μπορείς κι εσύ να ‘ρθείς
χωρίς ειδοποιήσεις κι sms να μπεις
κι ίσως με δεις να ψήνω τον καφέ
ή να με βρεις να κατουράω.
(Κατάκτηση ετών αυτό, pas de problème!)
Έλα και πες μου: «Χώρια σου, άλλο δεν μπορώ,
μακριά σου δεν αντέχω»!…
Θα σκύψω το κεφάλι και θα πω:
«Κι εγώ σε μίσησα το ίδιο»!


1 Αυγ 2008

[το μουνί]*

**


«Kι εσύ, σαν να μιλάω σε ντουβάρι -
ποτέ σου δεν κατάλαβες πώς νιώθω,
κι όταν ανοίγω μια κουβέντα σταματάς,
δεν θες ν' ακούσεις -»
...................................... τι ν' ακούσω τι να πω·
να σκύψω να φιλήσω το μουνί σου,
κι όλα θα βρουν τη θέση τους στον κόσμο.
«Ο νους σου στο μουνί -»
.............................................ποιόν ενδιαφέρουν
οι φλογεροί συναισθηματισμοί μας
κι εκείνες οι αβρές ιδανικεύσεις,
οι έρωτες, οι κρίνοι, τα σονέτα.


Και κάτω απ' την αβρότατη επιφάνεια,
όχι πολύ βαθιά, δυο λέξεις μόνο
κάτω απ' την επιφάνεια, το κτήνος,
το θνήσκον κτήνος - θέλει να γαμήσει,
αυτό μονάχα· όλα τ' άλλα θα 'ναι
φαντάσματα του στερημένου ανθρώπου,
σταυροφορίες στην οθόνη τ' ουρανού.
Αν μείνει κάτι θα 'ναι το γαμήσι.

(……)

Το αιδοίο και το θαύμα μιας απόλυτης
παράδοσης στον κόλπο της γυναίκας -
αυτό ποθώ, δεν το 'κρυψα ποτέ μου·
μόνο από μένα κρύβομαι, τη βία
του κρατημένου πόθου που με πνίγει,
και πρέπει γράφοντας να εξανθρωπίσω
εικόνες άφατης λαγνείας: το μουνί,
το λαγαρό αιδοίο, ένας κόσμος
αδιάφορος στο φόβο του θανάτου.

Και τώρα μίλησέ μου εσύ για τ' άλλα.

---
* Ποίημα από τη τελευταία συλλογή του Διονύση Καψάλη "ο κρότος του χρόνου" (εκδόσεις Άγρα, 2007)
** Η φωτογραφία που ήταν και αφορμή για τούτη την ανάρτηση είναι της .

24 Ιουλ 2008

Να πας εκεί!

Να πας εκεί!
Να πας εκεί που σε χαϊδεύουν.
Εκεί που δεν κοστίζει τίποτα το χάδι στη πληγή.
Χάδι σε μια πληγή κακοφορμισμένη
μαζί μ’ ανάθεμα στον εύκολο τον φταίχτη.
-Όχι, μη το σκοτωμένο αίμα!
-Όχι σπίρτο στην πληγή!
Να σαπίσει, μα να μην πονέσει!
Να μην πονέσει κι ας μη γιάνει!

Να πας εκεί!
Δεν έχει εδώ τόπο για σένα.
Εμείς εδώ
λέμε τη σκάφη – σκάφη και την αγάπη – αγάπη.
Φορές τη λέμε Πόνο.
Κατουράμε τη πληγή,
βάζουμ' επάνω στα αίματα
καπνό από το γιούρτι του παππού
και συνεχίζουμε.
Εμείς εδώ
δεν βγάζουμε στο παζάρι το ξαφτούρισμα της καρδιάς.
Δεν παζαρεύουμε τις πεταλούδες μας.
Μπορεί να γεννηθήκαμε μ’ αυτές.
Μπορεί να τις μαζέψαμε απ’ το δρόμο.
Όμως ποτέ δεν τις βγάλαμε στο σφυρί.
Ποτέ δεν τις παίξαμε σε κανένα χρηματιστήριο καταξίωσης.


Να πας εκεί!
Εκεί που η λύπηση είναι ρούχο.
Εκεί που η αυτολύπηση είναι σημαία.
Εκεί που αγαπάνε με τα μάτια.
Εκεί που τα καράβια είναι δεμένα
-σίγουρα πάντα-
στο λιμάνι.
Ποτέ δε θα κινδυνέψουν,
ποτέ τους δε θα ταξιδέψουν!

Να πας σ’ αυτούς!
Γύρνα στη σκοτεινιά τους.
Στη σκοτεινιά των χαμοσερνάμενων αητών.
Των χαρταετών.
Να πας σ’ αυτούς!
Σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε
γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.
Αυτοί
οι κόλακες της Απελπισίας.
Αυτοί
οι κροκόδειλοι των υποχωρητικών δακρύων.

Να πας εκεί!
«Θα ξαναγύριζες μια μέρα στις πηγές της νύχτας,
στις ρίζες των δακρύων σου,
εκεί που φυτρώνουν τ’ άγρια όνειρα,
μες στα σκοτάδια της ανυπαρξίας».*

Να πας εκεί!
Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…
Εδώ αγαπάμε και πληρώνουμε.
Εδώ πεθαίνουμε χωρίς σκοπό ανάστασης.
Εμείς εδώ
περπατάμε στα κάρβουνα.
Εμείς εδώ
για ένα στοίχημα Αγάπης, το κόβουμε το δάχτυλο.
Ποτέ μας, όμως, δεν ευνουχιζόμαστε.
Εμείς
την αγάπη μας τη βαφτίζουμε Σπάραγμα.
Εμείς
το παιδί του έρωτα το βαφτίζουμε Όνειρο.

Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…



2002

---
(*) στίχοι του αγαπημένου Σπύρου Τσακνιά.

15 Ιουλ 2008

Αφρός των ημερών

Όταν αγκαλιαστούμε χωρίς να φεύγεις πέρα
θα φανεί αν είμαστε σύννεφο ή γυαλί ή βότσαλα αναμμένα.
Όμως εγώ σε θέλω ποτάμι, σε θέλω θάλασσα
και ακτή ζεστή σε θέλω,
άμμο στην Ελαφόνησο σε θέλω,
ελάφι τρυφερό σε θέλω,
και νησί σκιαγμένο στο φως του ελαφιού σε θέλω…

Είναι θεριό το κόκκινο.
Πιο όμορφο κι απ' τη Δωδώνη της ματιάς σου.
Μη λες τίποτα.
Δεν είναι η νύχτα τόσο μεγάλη για τις λέξεις σου,
θα περισσέψει νήμα
να πλέξω και μια αγάπη γι όλους που δεν έχουν.
Σιωπώ.

Σε έβλεπα από παιδί να παίζεις με την Έρκυνα
στην αυλή της Κωπαΐδας
και να βολτάρεις στις σπηλιές του Παρνασσού.
Θυμάμαι τότε που έφτανε το μεσημέρι
και η μάνα σου έβαζε φωνή να 'ρθεις να φας.
Σ' ακούγανε στο πέλαγος
κι ήταν τα γέλια σου νησιά καινούρια,
η δροσιά σου κύμα σε αρμυρίκι ξεχασμένο.
Σε αφηγούμαι.

Δεν έχω ουρανό,
-έγινε ζέστη η σιωπή σου και πως θα βγω στον κόσμο;-
μικρή διάφανη ιέρεια σε δωρικό ναό
θα ντρέπομαι που αγαπώ.
Εγώ,
το δέρας των φόβων σου,
εγώ,
το σκήπτρο της αυγής σου,
εγώ που λάγιο αρνί πιστώνομαι
παίζω πεντόβολα τις νύχτες τους πυρήνες μου
και γέρνω σα μικρός θεός
-Αύγουστο μήνα-
στο δέντρο της σκιάς σου.
Φέγγω.

Θες να μου τραγουδήσεις έναν ήλιο;
ή και φεγγάρι αν σου βρίσκεται πιο εύκολο.
Στην κωλοτσέπη, ξέρω, έχεις πάντα καναδυό,
ένα μονάχα χάρισέ μου να πορεύομαι
να μη φοβάμαι τους ανθρώπους.
Είναι φαράγγια οι ανθρώποι,
είσαι εσύ ποτάμι να τρέχεις στο ανάμεσο;
(Νερό να είσαι, αυτό μου φτάνει!
ή και φωτιά κρυμμένη απ' τους θεούς,
η δάδα που τις ώρες μου λιγώνει,
το παιδικό το δώρο που δε μού 'καναν ποτές).
Μ' αν ξεχαστείς
πηγάδι σε ξωκλήσι
ή σα μελίσσι στα αγριολούλουδα του χέρσου,
χαρίσου σπάταλα
και γίνου σύννεφο αρμύρας
μες στον γλυφό των ημερών σκοπό.
Σε διψώ.

Είμαι γυμνός στα μάτια σου και κούρος άμαθος βημάτων
-μη το προδώσεις στην αυγή, η ομορφιά ζηλεύει.
Να σε αγγίξω δεν μπορώ, μα κράτα με εικόνα άχωρη
ανόητα να σε νοιάζομαι.
Φυσάει ολοένα γύρω,
στα τείχη πλάι στη θάλασσα
μαργώνουν τα μαύρα χελιδόνια
αλλά ο ήλιος οιωνίζεται τη μέρα σου
γιορτή.
Γιορτή μες στη κηδεία των ανθρώπων
να φέγγουνε οι απουσίες σαν ζιργκόνια,
παράσημα στης ζήσης μας το αίμα.

Τόση αλήθεια σ’ ένα ψέμα!

Ιούνιος '08

10 Ιουλ 2008

Έξοδος

Δώστε μου, παρακαλώ,
ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα κερί.
Κρατήστε τα ρέστα.
Φεύγω πλούσιος.



Περιδεής εδιάβαινα το μέγα θαύμα της πληγής κι αναρωτιόμουν αν ο θεός προνόησε για μας τα ζωντανά ή εμείς του στήσαμε καρτέρι που ντύσαμε μ’ αγάπη ένα δέντρο καταμεσής στη γύμνια μας.




28 Ιουν 2008

Ιούνιος

Οι σκέψεις Ιουνίζουν

σε επικίνδυνες στροφές.

Νύχτες τσιγγάνες οιακίζουν

ακτές καταργημένες

και λάμνουν σε άνοστο ταξίδι.


Ευτυχώς ή δυστυχώς, είμαστε Εύριπος…


30 Μαΐ 2008

Η Λαμπέτη πετάει τον Χαρταετό της Μαρίας Νεφέλης

Με αφορμή κι αιτία την Λ, όπως Λύπη



Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη

ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν - ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την "ανάμνηση τον μέλλοντος"
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία - φοβόμουνα και μου άρεσε
ν' αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .


Άνθρωποι μ' ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: "δεσποινίς"
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι "πάνω άνθρωποι" έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους "κάτω"·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια·
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου 'βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι " Ή Άννέτα με τα σάνταλα"
" Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης"
το "Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει"
(ναι θυμάμαι και άλλα)
το ξαναλέω - δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το "Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα".
Μου το 'χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το 'χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ - δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ' έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ' εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν - απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.



Οδυσσέας Ελύτης, «Μαρία Νεφέλη» (Ο Χαρταετός)


Το βίντεο έχει ανεβεί από την Kirkh70 στο youtube.


13 Μαΐ 2008

"φοβάμαι πως δεν είμαι καν μια στατιστική"*


«Ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι τραγωδία, ο θάνατος χιλιάδων στατιστική», είχε πει ο ορθολογιστής Στάλιν.


ΠΕΜΠΤΗ. 2 β

Κάπου κλαίνε και θολώνει μεριές μεριές ο αέρας.
Η Σιθωνία χάθηκε, την καλύψανε τα νερά.

Είναι κάτι φοβερά γεγονότα που όλο μου τ' αφαιρεί ο Θεός, και ο
νους όλο πάλι μου τα προσθέτει.

Κάτι πράσινο μέσα μου αλλά μαυριδερό που οι σκύλοι το αλυχτάνε.

Και μια θάλασσα φερμένη από πολύ μακριά, μυρίζοντας ακόμη
αυγό του Κύκνου.

(από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΘΕΑΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ του Οδ. Ελύτη)


"Ο τελευταίος απολογισμός, όπως μετέδωσαν κρατικά μέσα ενημέρωσης, κάνει λόγο για 10.000 νεκρούς. Μόνο στην πόλη Μιανζού 10.000 άτομα βρίσκονται εγκλωβισμένα κάτω από τα συντρίμμια, γεγονός που προκαλεί ανησυχία ότι ο αριθμός των νεκρών θα αυξηθεί κι άλλο"...


«Με το ενδεχόμενο οι νεκροί να είναι 100 χιλιάδες ή περισσότεροι και με δεδομένο ότι υφίστανται όλοι οι παράγοντες να υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία, ο αριθμός αυτός είναι πιθανό να δεκαπενταπλασιαστεί εντός των προσεχών εβδομάδων»,



"φοβάμαι πως δεν είμαι καν μια στατιστική" *

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Είν' η νύχτα αυτή καυτή και έχει ροή φωτεινή,
Είναι μουντό το πρωί και είναι μια μέρα σκοτεινή,
Είναι μια ανάσα η χρονιά μου κι είναι η εποχή μια πνοή
Κι είναι μεγάλη και αιώνια σαν μια ρουφηξιά η ζωή
Κι είν' η γη στρογγυλή κι όμως ο κόσμος αυτός είναι επίπεδος…

(Κοιμάμαι) μα έχω τα μάτια μου ανοιχτά
(Θυμάμαι) τι μου' χες πει μια νυχτιά
Πριν ονειρευτώ να σιγουρευτώ
Πως θα' χω τα βλέφαρα μου κλειστά

ο Αντικρυστής λέω:

Δεν είν' ο κόσμος σου αυτός, είναι διαφορετικός
Σου' χα πει μια νυχτιά θυμάμαι..
Πως ότι φαίνεται είν' αλλιώς κι ότι φτιάχνεις, ουρανός
Με βροχή και φωτιά
Φοβάμαι...

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝ ΜΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ!


Και παραείμαι συνηθισμένος για ταινία χολλυγουντιανή
Εγώ είμαι εδώ, φίλε, κι εσύ είσαι 'κει
Μια ρίμα μισή και παρακατιανή.
Τσιμέντο, σίδερα, οικοδομή, στη νύχτα κι όλα από λίγο.
Έχει ένα κρύο πηχτό και έχει ένα καύσωνα σκληρό
Έχει ένα κόκκινο ουρανό κι έναν ήλιο μακρινό.

ο Αντικρυστής λέω:

Μα εγώ χαμπάρι (κοιμάμαι) για τη μεγάλη στιγμή
Που θα γίνουν οι πιο μπερδεμένες λέξεις αριθμοί.
Συγκίνηση , φόβος κι αυτοεκτίμηση
Ένα νέο κύμα λογοτεχνίας
Απ' τις κατώτερες τάξεις φιλοσόφων παρατάξεις
Κι απ' τις προνομιούχες κοινωνικές αναταράξεις
Ένας δεύτερος ήλιος θα ρίχνει δεύτερες σκιές
εκατό χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές.

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Βρήκα μια θάλασσα κρυφή, ήπια μια θάλασσα στιφή
Μου' κανε δώρο ένα ξερόβραχο η ζωή
Και εγώ σ'αυτή μια τελευταία αναπνοή κι ένα βυθό για κρεβάτι.

ο Αντικρυστής λέω:

Κι άνοιξα υδάτινο δρόμο στο μονοπάτι του εφιάλτη
Και μ' έβγαλε έξω απ' το μπουκάλι (φοβάμαι)
Με μια ζάλη παστρικιά κι ένα βρώμικο μυαλό πάλι (να' μαι)
Στο ίδιο παιχνίδι ξανά έγινε η σέντρα κι είχαμε όλοι μας τα χέρια ανοιχτά!
Φοβάμαι, πέσαν τα φώτα ξανά
Μα ήταν όνειρο μόνο κεκλεισμένων των θυρών.

ο Ανά Τον Lee Τις λέει:

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΝ ΜΙΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ!


-----
(*) αυθαίρετη σύνθεση από τους στίχους των τραγουδιών «Φοβάμαι» και «Λόγια» -αλλάζοντας πιθανώς το νόημα, για την περίσταση- του συγκροτήματος ΡΟΔΕΣ.


30 Απρ 2008

Ανέφελο


Μια Παλαιστίνη η καρδιά μου καίγεται

ζώνεται την ομίχλη της άγουρης βραδυάς

και βουρ για τ’ άστρα.

Θυμώνει ο χρόνος που μας λείπει

γίνεται τραίνο ασύδοτο

έρμαιο στις παπαρούνες κάθε Άνοιξης

παιδί στο δάσος με τις βερβερίτσες

κι όταν τα μάτια μου ιδρώνουν είναι που

σ΄ αγαπάω τόσο

παρά το λίγο της μυρωδιάς σου.

23 Απρ 2008

Ανίερο

Λύκοι μου χάρισαν σταυρούς

γυναίκες το μουνί τους

κι ενώ γδαρμένος τα φόρεσα μακό

πατόκορφα κρεμάστηκα

επάνω στο κορμί τους.


Τούτο το Πάσχα θα σφαχτώ

αρνί συνάμα και χασάπης

αυγό αντίστροφο στη μήτρα θα χωθώ

παράλληλος Χριστός

του πόθου μου αντάρτης.



8 Απρ 2008

Δεκαπεντασύλλαβο


Πέτρες πετώ του καθρεφτιού και σπάω τα μυαλά μου

μπροστά να φύγω δε μπορώ, με ζώνουν τα σπαθιά μου.

Μόνος παλεύω να κοπώ, μόνος και να χορέψω,

το φως που έχω στη καρδιά να το γιατροπορέψω.

Κάνω να φύγω μακριά, σιμά με ανταμώνω,

στέκω στο φως μα γδέρνομαι: πουρνάρια θυμωμένα

με αγκυλώνουν μυτερά, σωστά ή γδικιωμένα,

που τη χαρά να σκιάζομαι, το μέλλον να τυφλώνω

στα παραμύθια να βουτώ, στον ήλιο να κρυώνω.


Ό,τι παιδί αγάπησα, κρυφά το νανουρίζω

να μη ξυπνήσει σα πουλί κι εγώ δεν πεταρίζω,

που ’χω μολύβι για φτερά, δοκάνι στα ποδάρια

και τη φωνή να κελαηδώ την έχασα στα ζάρια.

Οι μέρες μου ήταν μπάσταρδα κι οι νύχτες μου πηγάδι·

με πυροφάνι στα βουνά ψαρεύω στα χαμένα

τα ζύγια μου μπας και τα βρω, μα χάνω ως κι εμένα.

Ιαν. 2008