Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Κόκκοτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Κόκκοτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Νοε 2007

Η Εξορία (του Βασίλη #6)

Μαύρα μάτια έκανα μέχρι να δω στο ταχυδρομείο μου το πιο αγαπημένο μου από τα ποιήματα του φίλου Βασίλη Κόκκοτα. Δεν θα περιγράψω πως αισθάνθηκα και πως με κούνησε όταν το πρωτοδιάβασα! Αυτό που μπορώ τώρα να κάνω, είναι να το συν-κοινωνήσω:

----------------------------------------------

«Είχε εξελιχθεί αφήνοντας τους άλλους μακριά πίσω του.

Μονάχος σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, με τις λέξεις στο νου του,

είχε αναπνεύσει πάλι τον καθαρό βουνίσιο αέρα της χαράς.»

Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, Το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα


Εγώ ήμουν ένας τυφλός λοστρόμος

Έσφαξα τα αλμπατρός με σκουριασμένο αγκίστρι

Και απ’ την πίπα μου γλιστρούσαν ξεπουπουλιασμένα σύννεφα

Εγώ, καθώς διάβαζα τις αναγγελίες των θανάτων

Έχασα τα μάτια μου. Αργότερα, με τον καιρό, πέτρωσαν

Κι έγιναν παμπάλαιες βρύσες κάτω από μια νύχτα που πέθαινε

Εγώ, κλεμμένο ατλάζι από χωροφύλακες

Εγώ δεν μπόρεσα να πω

Μόνο η καρδιά μου μεγάλωνε

Και στο τέλος χώρεσε μια ολόκληρη πόλη.

Περάσανε ένα εκατομμύριο δευτερόλεπτα από τότε

Μα εγώ δεν έπαψα να χτυπώ

Μέσα μου δίχως αστέρια

Εγώ έγινα κάτι άλλο

Μέχρι το πρώτο μου κλάμα

Ήμουνα μια βουκαμβίλια

Τώρα στεγνώνω μ’ άγριο στειλιάρι το υγρό μου δέρμα

Και περιμένω εισιτήριο σε λίστα αναμονής

Εγώ ποτέ δεν είχα αποξηραμένα άνθη στο φόρεμά μου

Εγώ ποτέ δεν είχα τίποτε

Εμένα τα βήματα μου…

Εγώ είχα βήματα που πονούσαν μέσα στους άδειους δρόμους.

Εγώ δεν έχω πια τίποτα

Και οι γλάροι στρέφουν πίσω τους το βλέμμα

Και τα κοχύλια κόβουν βήμα

Ενώ αγκομαχώ πασχίζοντας ν’ ακολουθήσω

Εγώ ήμουν πουτάνα κάποιου σαμουράι που έκανε χαρακίρι

Πριν από χρόνια είδα τον φλογισμένο ήλιο στον ύπνο μου

Κι από τότε κουβαλώ μαζί μου τα μυρωμένα του άντερα

Και περιμένω απ’ τον άνεμο χρησμό

Εγώ έχω δυο δεκάρες πάνω μου για να τσιμπήσω κάτι

Αλλά μου είπαν πως αυτοί που ‘χουν στ’ αλήθεια τα αρχίδια καταπίνουν κοφτερά γυαλιά

Εμένα οι λέξεις μου τελειώνουν κι εγώ είμαι οι λέξεις που τελειώνουν

Εγώ, βραχνής σάλπιγγας γελοίο θάρρος

Και θύρας ανοιχτής πετροχελίδονο

Που εμφανίζεται μόνο στον ύπνο σου

Εγώ ήμουν ψίχουλο που έπεσε απ’ το στόμα σπουργιτιού

Και το μάζεψε ένας κανίβαλος μέρμηγκας

Που άκουγε μόνο απ’ το ΄να αυτί

Εγώ άκουγα τα πάντα έξω από μένα

Μα την ηχώ σου έκρυψα σ’ έναν σιωπηλό βυθό

Της μοναξιάς ευεξήγητος συνεργός

Και του έαρος αλλεργικό χιόνι

Εγώ εν τω ενύπνιο χαμήλωνα τα φώτα

Και συντηρούσα τον κόσμο μέσα σε μια ένυδρη κρούστα

Τα νυχτοπούλια όμως ισχυρίστηκαν πως αυτό είναι μεταφορά

Γι’ αυτό κι εγώ αγόρασα έναν χαρτοφύλακα

Για να διασώσω τα χρυσά μου δόντια

Εγώ υπήρξα η σκιά με το ματωμένο γόνυ

Η πληγή μου στραφταλίζει στο σκοτάδι ωσάν το απομεσήμερο

Εγώ δεν ενέσκηψα στην ηθική των αστυνομικών δελτίων

Κι έτσι, δυσήττητος μες στην προβιά μου,

Έγινα ο ανήλικος φονιάς των αγίων

Εγώ θα πω σ’ αυτόν που φεύγει –άκουσέ με,

Μην χαθείς ήρεμα στη νύχτα.

Θύμωσε, οργίσου με τον χαμό

Εγώ δεν ήμουν κτήνος μήτε και θεός

Ένα ξυλουργείο κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου

Και για τριάντα τρία χρόνια μαστόρευα μονάχος τον σταυρό μου

Εγώ, αν κι εθέλεχθρος των παγωμένων ακτών

Δεν θα υποβάλλω μήνυση στους λέμμους

Που πνίγονται σε κρύες θάλασσες

Σκανδαλισμένος μόνο απ’ το γεγονός, θα συμμετέχω σε διαλέξεις κηπουρών περί αθανασίας

Εγώ κοιμάμαι κάθε βράδυ μ’ έναν νεκρό

Όταν ξυπνάει αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο

Την ίδια ιστορία για εμένα

Εγώ μιλάω μ’ ένα περιστέρι

Μια φτερούγα του είναι θαμμένη στα μαλλιά σου

Κι αχνοφαίνεται καθώς στρέφεις το πρόσωπο

Στο πρωινό παράθυρο

Με ρωτάει τι χρώμα ήταν

Και μου λέει να κάνω υπομονή

Έπειτα σιωπούμε, αναλογιζόμενοι και οι δύο αυτό που λείπει

Εγώ, in vino veritas, ο ειλαπιναστής σεπτών ανθέων

Κι εγώ, δυσπέμφελος συλλαβισμός της καταιγίδας σου,

Διηνεκής αγνοούμενος πλέον.


© Βασίλης Κόκκοτας

16 Μαρ 2007

Μόνο να βλαστημάς ξέρεις εσύ (του Βασίλη #5)


Μόνο να βλαστημάς ξέρεις εσύ.
Οι σκιές σουλατσάρουν από ανία στο δωμάτιο.
Ο χρόνος αλείφεται με βούτυρο. Φτύνεται στις γωνίες.
Μόνο να βλαστημάς.
Οι γυναίκες κρέμονται στις ντουλάπες, καθαρές και τακτοποιημένες,
με τη ναφθαλίνη στα μάτια τους
κι ένα μπολερό να τις θανατώνει.
Έχω μια μνήμη. Δύο. Ίσως και τρεις.
Τρεις θηλιές.
Σπαράζω τον καρπό. Οι προστυχιές της νύχτας.
Νύχτα.
Η μάνα μας ήταν κάποτε ένα λουλούδι. Δάγκωνε τον ήλιο.
Πλενόταν με χώμα για να διώξει τα λέπια.
Σκάλιζε χωράφια, άνοιγε καταιγίδες.
Μεταπράτης κόσμος.
Η μάνα μας ήταν ένα λουλούδι. Τώρα δεν.
Γλιστράς απ΄ τις καπνοδόχους.
Σκορπίζεις χιόνι. Φλέματα. Σπασμένα παράθυρα.
Ψέματα.
Γλιστράω απ' τις καπνοδόχους.
Κοιτάω μπροστά.
- μόνο εσύ να βλαστημάς-
Περπατάω στους δρόμους.
Στους φύλακες λέω ότι είμαι εσύ, ή αλλιώς,
κάποιος δρόμος, ο καθρέφτης του δρόμου, εγώ,
όχι λουλούδι, όχι εσύ.
Περπατάω στους δρόμους.
Με τα χέρια τέμνω τις ζεστές, θλιμμένες μέρες
Που αφήνω πίσω μου.
Ανήκω κάπου;
Ανήκω σ΄ εσένα;
Μόνο το είδωλο μπόρεσα να δω. Έπειτα, καταχνιά.
Ψέματα. Kι άλλη μνήμη.
Περπατάω στους δρόμους.
Κάτω απ΄ τις λιωμένες σόλες μου
Κείτεται ένα νησί.
Έκανα λάθος. Πρόδωσα τους δικούς μου.
Κι αυτές οι πέτρες μου θυμίζουν την πατρίδα μου...


© Βασίλης Κόκκοτας



30 Ιαν 2007

Το Μεσημέρι Της Σκοποβολής (του Βασίλη #4)


Άντε πούστη χρόνε, άντε!

Έχουμε ακόμα ώρα για να γεράσουμε!

Παράτησε τα μαγικά σου φίλτρα,

Τα ξόρκια, τα δρύινα ραβδιά σου

Και πρόστρεξε κοντά μας

Πρόστρεξε για να μας βοηθήσεις

Να κόψουμε τους ομφάλιους λώρους μας.

Πρέπει να έγινε κάποιο λάθος,

Πρέπει να έγινε κάποιο λάθος

Κι αντί να βγούμε απ’ την μήτρα

Γεννηθήκαμε απ’ ένα μάτι,

Αναδυθήκαμε στον χρυσό αέρα

Γαλάζιοι, χαμογελαστοί,

Αστέρες αρλεκίνοι ήλιοι

Που κρύφτηκαν σε μια μικρή οπάλινη σφαίρα

Κι ακροβολίστηκαν στα σπλάχνα των πνευστών βροχών.

Ότι δώσαμε δεν το ζητήσαμε πίσω.

Ότι έφυγε δεν το διεκδικήσαμε.

Δεν μεσολαβήσαμε σε ανοιξιάτικα όνειρα

Γιατί μας ξεγέλασε η παράταση ενός γλυκού Σεπτέμβρη.

Γίναμε οι πρεσβευτές του κρύου,

Ξανά,

Είμαστε οι πρεσβευτές του κρύου.


Αδημονείτε εσείς, οι παραβάτες της φθοράς, αδημονείτε:

Θα σας ρημάξουμε πρώτους!


© Βασίλης Κόκκοτας


2 Ιαν 2007

του Βασίλη #3

William Blake, The Body of Abel Found by Adam and Eve





Εγώ κι αν ήμουν, με σκληρά λόγια

Σ΄ ένα εξαγορασμένο βράδυ.

Αλλιώς προσμέναμε τα χρόνια του φονιά

Με το αρμάθιασμα των νεκρών

Και το λιοπύρι πριν τους ακροβολισμούς

Μα σαν ακούστηκε το πρώτο αχ!,

Κάτι γρύλισε μέσα μας

Και σχίστηκε στη μέση

Μαζί με τις εικόνες του.

Τώρα πια δεν περιμένουμε τα νέα απ΄ το μέτωπο.

Κάτι περνάει και φεύγει

Και κάτι άλλο στέκει πιο ψηλά, ακίνητο, αιώνιο,

Έτοιμο να μας κερδίσει

Ακόμα κι απ΄ τον θάνατο.

Σωρός οι πεθαμένες μέρες

Κι ότι δεν είδα πίσω μου,

Με τρώει εμπρός μου

Εμένα, εγώ, ο κύριος αυστηρός, ο Τεχεδόρ,

Αυτός που κάποτε δρασκέλισε τα νερά

Για να σε βρει

Ξυπνώντας στο μέτωπό σου

Και στο στόμα σου ξυπνώντας

Εδώ κι αιώνες

Τραγουδώντας στον αέρα

Με το λαχάνιασμα του φρέσκου νερού,

Αυτού που ειπώθηκε για να χαθεί

Μέσα σ΄ ένα φλογισμένο πρόσωπο.


©Βασίλης Κόκκοτας


21 Δεκ 2006

Υπέροχη μέρα (του Βασίλη #2)



Αποστηθίζουμε λοιπόν την υπεροχή μας στον φθόνο.

Συμφιλιωνόμαστε μαζί της, αν και μας αξίζει

Κάτι παραπάνω.

Στραγγίζοντας το οξυγόνο,

Φωτοσυνθέτουμε την αυριανή παλίρροια

Της δίνουμε χώρο για ν’ απλωθεί,

Ψυχές για να βουλιάξει.

Ουρανό στον ουρανό, φουντώνουνε οι φυλλωσιές

Των ρόγχων

Τα πουλιά κατέχονται απ’ την πίκρα της γέννησης

Κι ίσως στην εξοχή, η μοναξιά να’ ναι πιο ανθρώπινη,

Ίσως στη θάλασσα, από πύρινες γραμμές

Να σχηματίζονται ερωτικές ακροστιχίδες

Μα εμείς δεν πρόκειται να παρεκκλίνουμε,

Δεν πρόκειται να μιμηθούμε τον φιδίσιο ελιγμό

Ούτε και τους χαμαιλέοντες ανέμους.

Και την ώρα που θα προβάλλει το νέο λιόγερμα

Θα μας αρμόζει η πλώρη των λεωφόρων,

Συνεπαρμένοι απ’ τον ίλιγγο του ονείρου

Καθώς ξεσπάει η πυώδης σάρκα

Μαγεμένη,

Σ’ ένα βράδυ που οι ψίθυροι γίνονται φλόγες.


Υπέροχη μέρα.

Μέρα όμορφη πριν τις σάλπιγγες του χειμώνα…


©Βασίλης Κόκκοτας




του Βασίλη #1

«γίνομαι ξανά το θεσπέσιο πτώμα,

μισός βρύο, μισός αερόστατο

επαίρομαι για το νεογιλό δόντι του Νταλί,

σαπισμένο πια, όπως και μάτια μου»


Έκπληξη μεν, αναμενόμενη δε!

Ο διαδικτυακός -για την ώρα- φίλος Βασίλης Κόκκοτας, μου περιποιεί τιμή (και το εννοώ) να φιλοξενείται στο μπλογκ. Γιατί ανασαίνει ποίηση που ζηλεύω και θα ήθελα να γράψω: Το πραγματικό χωρίς περικοκλάδες και ταυτόχρονα χωρίς πεζότητες. Η ομορφιά* είναι δίπλα μας!


Αναγνωρίζω τη ζεστασιά των γεγονότων

Τα ανοιξιάτικα ενδύματα στις ιματιοθήκες των ρόδων

Γίνομαι ξανά το θεσπέσιο πτώμα,

Μισός βρύο, μισός αερόστατο

Επαίρομαι για το νεογιλό δόντι του Νταλί,

Σαπισμένο πια, όπως και μάτια μου,

Αρνούμενο όμως τις χρυσές ασφάλειες του θανάτου

Με τις μνημονικές απονευρώσεις

Και τους μασημένους ασφοδέλους.

Έναν τύμβο πριν, κι ενώ οι αιώνες εξοντώνονταν

Με μια κανιβαλική ποίηση,

Κάποια πλάσματα πλησίασαν την αθωότητα,

Θυμήθηκαν τα λόγια μου καθώς αναζητούσανε

Τα σπάργανα των ονομάτων:

Κάτω απ’ την μύτη υπάρχει το χαμόγελο

Και κάτω απ’ το χαμόγελο ο αρραβώνας.

Το χέρι που προτάθηκε λαξεύτηκε από αστερισμούς

Η μέρα ξύπνησε για να διαβάσει τις τροχιές τους

Κι η σιωπή που απλώθηκε, τα λάθη αποστήθισε.



©Βασίλης Κόκκοτας





*Ομορφιά: Δεν θυμάμαι ποιός το είπε, ότι δεν μπορεί να είναι όμορφος όποιος δεν έχει πονέσει.