Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Σεπ 2008

Ο φυλλοβόλος


Έβγαλα τον σκύλο βόλτα και τα θα από την κατάψυξη. Ή το αντίθετο; Αμόλησα το ζώο στα χέρσα της γειτονιάς και το άφησα να κυλιστεί στη λάσπη. Τα θα δεν έλεγαν να ξεπαγώσουν. Μες στη βροχή το ζώο μου βοσκούσε τα σαλιγκάρια που έκρυβα στο γέλιο, στα ανέξοδα ξενύχτια και στα σεντόνια γλέντια. Τα θα βραχυκύκλωσαν από τις κονσέρβες που τα τάιζα καιρό. Τα σαλιγκάρια κόλλησαν σα πεταλίδες στα πόδια της σκυλοζωής και όλο ανέβαιναν. Atropa Belladonna με καβούκι και δόντια οι εξορισμένοι όρκοι. Πλημμύρισαν το ζώο τόσο που γονάτισε από το βάρος. Ούτε οι τρίχες του δεν φαίνονταν. Ένα Ηλί! πρόλαβε να ουρλιάξει και άρχισε να δαγκώνει και να δαγκώνεται…

Γνωστό τοις πάσι: Ο πνιγμένος από τα θα του πιάνεται!

.

18 Σεπ 2007

Ο βλάξ ως Άνθρωπος και το Αναπότρεπτον


Το θηλυκό του Ανθρώπου είναι η βλακεία. Το αρσενικό ο βλαξ. Ουδέτερο είναι το μπέηζμπολ.

Το κουτί ομοίως είναι ουδέτερο, οι κουτοί, όμως, δεν είναι ουδέτεροι: εμπλέκονται ως πλησίον και φυτρώνουν ανθρωποειδώς ολούθε αυθωρί και παραχρήμα, χωρίς να τους σπέρνουν. Παντού. Ακόμα και στη θάλασσα. Ιδίως στη θάλασσα και στις παραλίες κατά τους θερινούς μήνες.

Ο κουτός δεν έχει κέρατα, ώστε να τον διακρίνεις από μακρυά και να τον αποφύγεις.

Ο κουτός είναι νάιτ κλαμπ με σβησμένα φώτα.

Ο κουτός είναι μεταλλαγμένη μάνα: γεννοβολάει αβέρτα χωρίς την ανάγκη δότη. Σπέρνει βλακείες ακόμα κι εκεί που περισσεύουν οι πρεσβείες της Παναχράντου.

Η βλακεία είναι ασύρματο δίκτυο που πιάνει παντού.

Η βλακεία προϋπήρχε του ανθρώπου. Και του θεού. Όταν εξαφανιστεί η ζωή στη Γη, θα είναι η παραμένουσα ακτινοβολία που θα επαναδημιουργήσει το πρώτο νετρινικό κύτταρο μέσα από λίμνες μεθανίου και κλανιάς. Ως εκ τούτου θα εκκολαφθεί και ο θεός που θα συντηχθεί σε αμφίβια αμοιβάδα ώστε να αποτελέσει την γενεσιουργή αιτία της επανίδρυσης της βασιλείας του Ανθρώπου.

Εγγενές πρόβλημα της βλακείας είναι ο Άνθρωπος. Ο Θεός έπεται.


Tzimis Panoyshs - ...

Τζίμης Πανούσης - Σ' έχω κάνει θεό


7 Σεπ 2007

Ζιγκουάλα με σαφράν (Παύλος Κοέληος πέρδων)



Στις όχθες του ποταμού Αλφειού, δεν κάθησα και έκλαψα, γιατί όταν δεν θέλεις κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί ώστε να μαζευτούν 50 βλάκες και 50 συμφεροντολάγνοι, για να επέλθει το απευκταίο 100%.


Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, και η δεσποινίδα Παμ παρομοίως, εκλογές έστηνε, καθότι ο προϋπολογισμός πέταγε σαν την ΑΕΚ στα φιλικά, αλλά για να κατεβεί στο πρωτάθλημα πρέπει να καλυφθεί η Σαλώμη με τα εφτά πέπλα της κωλομπαρίας, (σόρυ, αυτό είναι έργο του Τομ Ρόμπινς ή του Σπηλιωτόπουλου –μπερδεύομαι), και τελικά να παρατήσει τα dvd και τα πεηστέισον και με τη χάρη μιας Νταϊάνας νηπιαγωγού-χειρουργού να τάξει λαγούς με πέτρα στα χείλια του Ατενών (μυαλών) και Πάσης Panelάδος, ώστε μέσα σε έντεκα λεπτά με αποστηθισμένο το εγχειρίδιο του πολεμιστή του φωτός που του ενεχείρισε ο flyin’ high σαμουράι Λόρδος Βύρων, υιός του ελληνοβλύτου-ελληνοβλήτου Πολύδωρα, να καταφέρει ως Ζαχίρ να ψηφίσουν, όχι τα δέντρα –αυτό είναι κοπυράιτ του μπάρμπα που εκτίμησε δεόντως το διαμέρισμα του Ευταξία και τα μασίφ του Αβέρωφ (του θωρηκτού;)- να ψηφίσουν, ενδέχεται, οι πυροπαθείς τσιγγάνοι των Άνω Λιοσίων Ζαχάρως μια επανέδραση του κράτους, καθότι η απορρόφηση των κονδυλίων στο Γιακουμάτειον Ίλιον πάει σφαίρα! Μπορεί και ζαρντινιέρα!

Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα και έκλαψα, γιατί στο χωριό μου ούτε Πιέδρα έχουμε, ούτε καν ποτάμι. Το Ξερόρεμα που μας χωρίζει από τους βλάχους της Κολάκας έχουμε, αλλά κανένας καργιόλης Κοέληος δεν έγραψε μια παράγραφο κι ας πηγαίνουν φούντο τα καπνά! Γι΄αυτό κι εμείς θα σπείρουμε κάτι άλλο μέσα απ΄τις καλαμποκιές (όχι ότι δεν το κάνουμε ήδη!).

Πόσα απίδια πιάνει ο σάκος, ποτέ κανείς δεν έμαθε! Πόσο καραγκιόζηδες γίναμε (ή ήμασταν;) καμία στατιστική δεν θα το δείξει! Δειλοί κι άβουλοι αντάμα, ωραίοι ως μοιραίοι στις πόρτες των Πρίβιλετζ και στα παρμπρίζ των όψιμων 4Χ4 γαιδάρων, σταχτώνουμε τα μαλλιά μας, άλλοτε ως Κασσάνδρες σε βίντεο κλιπ του MAD, άλλοτε σαν κουφάλα μάγισσα του Πορτομπέλο και στην καλύτερη ως Γονίδης σε καρέκλα σκηνοθέτη, διατάζουμε δε και διατάσσουμε εαυτούς σε φάλαγγα κατ΄άνδρα, σε πρωινή αναφορά ενώπιον του λοχαγού Κρατίνου (μπορεί και Κρετίνου, με μπερδεύουν τα συνώνυμα).


  • Όταν θέλουμε κάτι πολύ, όλοι οι κόπανοι συνωμοτούν για να μας επιτρέψουν να χάσουμε τον στόχο. (Ο Αλχημιστής στη Στέγη)

4 Σεπ 2007

Αιγαία* λογοτεχνία

Την τελευταία φορά που έπλευσα στο Αιγαίο, είδα τη θάλασσα χαρτί. (Για το Ιόνιο δεν έχω άποψη, αργώ να το επισκεφθώ επειδή σκιάζομαι μην ακούσω το κορέλι του λοχαγού Μαντολίνου ή με φάνε οι τασίες που μαγειρεύει ο Αστακός).

Το Αιγαίο, που γνωρίζω από την όψη του γιαλού την τρομερή, το πέλαγος, λοιπόν, που περίμενε τον άγαμο πατέρα του Θησέα (αρχηγό μονογονεϊκής οικογένειας, χωρίς επίδομα) να πνιγεί ώστε να αποκτήσει όνομα**, δεν έχει πλέον τα χρώματα που του είχε προσάψει ο γλαφυρά γλαυκός Ελίτης: Τώρα πλέον έχει το χρώμα της χαρτόμαζας! Πολτός κυττάρων από αθώα φιλανδικά δέντρα, χοντρά χρωματιστά εξώφυλλα και σελιδοδείχτες με γυναικεία ονόματα όπως Θεόδωρος, Αριστοτέλης και Κωνσταντίνος, απορρόφησαν όλο το ύδατο (με τους χάνους, τους σαργούς, τα κεφαλόποδα και τα αντιηλιακά μαζί) και πλέον πηχτό σαν σελίδα με νόημα, κοντεύει να γίνει στεριά.

Ένα έλος ιλουστρασιόν, με σαπρόφυτα μελάνης, που απαιτεί ερπυστριοφόρα ή τουλάχιστον αμφίβια Χάμμερ, προκειμένου να πάει κανείς στην Πάρο. Για μακρύτερους προορισμούς ενδείκνυται ελικόπτερο ή πύραυλος με αποσμητικό θαλάσσης καθότι το βιβλιοποιημένο σκατό βρωμάει σαν κλανιά των χερουβείμ: πολύ γλυκό για το τίποτα!

Είναι που η κάθε απελπισμένη ζωντοχήρα των οίκων Πράντα και μαρΓκούτσι, έκανε τηλεψυχοθεραπεία λίγο πριν τις απογευματινές ειδήσεις που τις λένε βραδυνές, και ως άλλη Μωάμεθ, επιφΥτίστηκε με το πνεύμα της Παναγιάς της Παραπεταμένης (8 Μαρτίου το πανηγύρι της), και ευαγγελίστηκε να γράψει βιβλίο -ψέμματα, βιβλία ολάκερα- για το
λιποαναρροφημένο μπιφτέκι που στο βάθος είναι πληγωμένη γυναίκα, ενίοτε και άψητο.

Μεϊμαριδικές Φακίνες και Κάλη Καρατζά-Διβάνη, ξενοδοχείο πνεύματος σωστό, συμμαθήτριες αλληλοσπρώχνουσες λίπη και λύπες, επαμφοτερίζουσες διπλωματούχοι σχολών γραφής μέχρις ιχνογραφίας, λυμμάτισαν τις πελαγίσιες Παναγιές του γλαυκού Ελίτη! Βούρκος όζων τηλεοπτικό χρόνο, μελάνι οικιακά ανακυκλώσιμο, wwf κοιλόπονοι για τίτλοι, μυγοχέσματα αντί για τελείες, έφτιαξαν ένα πηχτό σαγρέ αρχιπέλαγος, αμμοκονίαμμα έτοιμο για σοβάτισμα μυαλού που χωράει σε τάνγκα!

Άβυσσος η ψυχή του botox!

====

(*) Αιγαία: (εδώ, επιθ.) Εκ του ουσ. η αίξ, της αιγός.

(**) Πρίν την εθελουσία έξοδο του αγχώδους και ενοχικού Αιγαία, το φερώνυμο στη συνέχεια πέλαγος του γλαφυρά γλαυκού Ελίτη, βολόδερνε ανερμάτιστο και αβάφτιστο ανάμεσα σε τσιπούρες και αχινούς, έτσι όταν οι πρώιμοι αλλά πάντα έλληνες ψαράδες του πρώιμου αλλά πάντα ελληνικού Αργοσαρωνικού κίναγαν με τον καπετάν Αντρέα Ζέππο για κιούσες και μαργαριτάρια, στην ερώτηση «για πού, βρε καλόπαιδα;» γαμοσταύριζαν καθώς ήταν υποχρεωμένοι να απαντήσουν με το μακρυνάρι:

-«Καλάρουμε για το πέλαγος που μετέπειτα –αργεί γαμώτο!- και κατόπιν τραγικής παρανόησης θα φουντάρει ο άγαμος πατέρας του Τροιζήνιου Μινωταυρομάχου νέου –αναθεμά τον, αργεί!- προκειμένου να πάρει τ΄όνομά του η παλιοθάλασσα που θα υμνήσει αργότερα (κι αυτός αργότερα!) ο γλαφυρά γλαυκός Ελίτης, καθώς επίσης η Μαρίζα Κωχ, η Ελένη Κονιτοπούλου-Λεγάκη και οι ποιοτικές ομώνυμες Δυνάμεις που θα καθιερώσουν για πάντα, το πάντα ελληνικό νέι στην πάντα ελληνική μουσική, ουφ!

-Θα πέσεις, επιτέλους, ρε γέρο;».


26 Φεβ 2007

χέσε με, εγώ τα είπα!...

Στην πόρτα σου έρχεται ο ταχυδρόμος, μα συ δεν του ανοίγεις. Έρχονται και οι ποιητές, σύσσωμοι και οι τραγουδιστές, μα συ τους διώχνεις. Διάφανη έγινε η φωνή σου, τα χρώματά σου τα δίπλωσες στα τέσσερα, χωράνε στο μπλόκ με τα τηλέφωνα.

Και είναι δύσκολος τούτος ο χειμώνας. Και βαρύς, ατσάλι παγωμένο. Και συ που αισιόδοξα δάνεισες το τελευταίο σου παλτό, να´σαι τώρα λεύκα ολομόναχη καταμεσής στον κάμπο, να ομορφαίνεις την ομίχλη με τα γυμνά κλαδιά σου σαν χέρια άδεια, σαν αγκάθια στα σύννεφα, ικεσία και οργή. Μυροφόρα της ίδιας σου της ζωής, σημαιοφόρος με σημαία το σεντόνι της αποκαθήλωσης, μα η ανάσταση δεν βρήκε εισιτήριο ακόμα.

Τον έζησα κάποτε τούτο τον πρόστυχο χειμώνα, τον ξέρω καλά, γι’ αυτό σου λέω, ντύσου και φύγε μακριά του. Δεν έχει μπέσα η μοναξιά! Δεν έχει ούτε σώμα, ούτε μυρωδιά· σαν κισσός αθόρυβα φυτρώνει, μεγαλώνει και ανύποπτα δένει τα χέρια και τη ρημάδα την καρδιά σου. Τα αισθήματα, σα παλιά γραμματόσημα πια, χωρίς αντίκρισμα, μικρά χαρτάκια, με δόντια-πριόνια τρώνε ό,τι περίσσεψε απ’ το δείπνο της αγάπης.

Γι’ αυτό σου λέω, κοίτα από τούτα να φύγεις μακριά!

Κοίτα που στο παράθυρό σου έρχονται σήματα. Η κάθε μέρα, σου χτυπάει το τζάμι σαν σπουργίτι αλήτικο. Μα συ κλείνεις μάτια και αυτιά. Ξέρω, είναι σαΐτες μνήμης οι ακτίνες του ήλιου, είναι το φως πουκάμισο του Νέσσου. Μακρύς και άδενδρος τούτος ο δρόμος, πέτρα στην τσέπη ο χρόνος, Προκρούστης οι αναβολές κι οι αποφάσεις μπαγιάτικο ψωμί.

Μένουν οι νύχτες, σύντροφοι αχόρταγοι. Η κάθε νύχτα καταρράκτης μετέωρων κινήσεων, ασπρόμαυρη φωτογραφία όπως αυτές των αυτοχείρων, όπως τα απλωμένα ασπρόρουχα στη συννεφιά, αποχρώσεις του γκρί.

Τσιμπολογάς τις ώρες με τη ψυχραιμία που ανάβεις τσιγάρο. Όπως κι όταν μονοκοντυλιά διαγράφεις τις εποχές. Ημέρες μόνο κράτησες καλοκαιριού και αιώνες χειμώνων. Σε κάποια διάκενα λιγοστά, χάσκουν κάποιες Άνοιξες. Απαρχαιωμένες. Αφρόντιστες, σαν κορινθιακές κολώνες έρημου ναού. Σαύρες που λιάζονται στα ξερόχορτα οι αισθήσεις, σιωπηλά ζητούν δικαίωση. Άκου τους κεραυνούς της σιωπής, δες πόσες Πανσέληνους παραίτησες, μέτρα από πόσες Πανσέληνους παραιτήθηκες. Δικαίωση ζητάνε όλα: όνειρα, αισθήματα, πληγές, μαθήματα κι εγκλήματα. Όλα είμαστε, όλα θα είμαστε. Νυν και αεί!

Στη γειτονιά σου, δες, βολτάρουν τα φεγγάρια δυό-δυό, μέρα μεσημέρι. Σημασία εσύ καμιά. Έχεις να βγάλεις βόλτα τις κοντινές σου απουσίες. Έχεις να ποτίσεις ένα κήπο αναστολές. Έχεις να ταΐσεις ένα τσουβάλι φόβους. Έχεις να παρηγορήσεις τις παιδικές σου αρετές. Να ´χεις το νου σου όμως, μήπως τελειώνοντας το σιδέρωμα της εικόνας σου, τσακίσεις το ύφασμα της ψυχής σου. Να ´χεις το νου σου, μήπως περιμένοντας τον Γκοντό, εκεί που γυρνώντας απ’ τη δουλειά, ανοίξεις την πόρτα και βρεις τα παιδιά σου μεγαλύτερα από σένα.

Σπάσε , γαμώτο, την επιφάνεια και στην ανάγκη κολύμπα στη παγωμένη λίμνη. Βούτα σαν ήρωας μ’ όλη την άγνοιά του. Τις μπογιές σου πέτα στον αέρα, να βάψουν οι μαύροι δρόμοι, να γίνουν πέλαγα χρωμάτων. Τη φωνή σου που σκιάχτηκες ν’ αφουγκραστείς, βγάλ’ την στο σεργιάνι. Χάιδεψε το σκύλο της ψυχής σου και κείνος, είναι σίγουρο πώς γενναιόδωρος στην αγάπη θα φανεί.

Κι όμως είναι όμορφα εκεί έξω! Εκεί έξω, στο Πάσχα των ανθρώπων. Μέσα στον κύκλο του χορού. Γύρω και πάνω απ’ τις φωτιές. Έξω απ’ το φλοιό που κρύβει τους χυμούς της κερασιάς σου!

Εκεί έξω μόνο, Είμαστε και Έχουμε! Ζητάμε και βρίσκουμε. Πασχίζουμε και ανθίζουμε. Αφουγκραζόμαστε, γευόμαστε, κρυώνουμε, πληρώνουμε, λυγίζουμε, εκτινασσόμαστε, σκορπάμε, ανατέλλουμε, πλέουμε, φλεγόμαστε και πάλι από την αρχή…

14 Νοέμβρη’05

10 Δεκ 2006

Τα πρώτα γράμματα


Το πρώτο του τετράδιο αντιγραφής, του τό ΄ντυσε ο μπαμπάς με τη μπλε σκούρα κόλλα, έτσι λέγαν εκείνο το σαν ψιλό χασαπόχαρτο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα τετράδια. Κρύφτηκε το κροκί εξώφυλλο, πάει και η κακοτυπωμένη φωτογραφία -τη Ρόδο έδειχνε νομίζω-, χάθηκαν κάτω απ’ το ομοιόμορφο σκούρο μπλε της συννεφιασμένης θάλασσας όλα τα τετράδια, μαζί και το Αναγνωστικό. Η μυρωδιά μόνο έμεινε, αχ αυτή η μυρωδιά της μελάνης και του γεμάτου χημικά χαρτιού! Χρόνια μετά, την ξαναμύρισε στα τυπογραφεία πίσω από τη Ζωοδόχου Πηγής, σε κάτι στενά προς τα Εξάρχεια, όταν έβγαζε με τη παρέα του κάτι χειροποίητα περιοδικά. Ζωοδόχος Πηγή η μυρωδιά!

Γράμματα ήξερε πριν πάει σχολείο. Του τα είχε μάθει ο μπαμπάς ο απόφοιτος μετ' επαίνων του Δημοτικού, ο μπαμπάς που έβοσκε γελάδια και δεν σπούδασε γιατί η οικογένεια είχε ανάγκη. Διάβαζε και έγραφε, ο μικρός! Και με τι χαρά, άρχισε την αντιγραφή και ζωγράφιζε στο λευκό κουτί που άφηνε το πάνω μισό της σελίδας! Με σταθερές γραμμές το σχέδιο, τα χρώματα πάντα μέσα στο περίγραμμα και από κάτω οι λέξεις επαναλαμβανόμενες με γράμματα ισοϋψή, στρογγυλά, χωρίς μουτζούρες. Μια, δυό, τρείς, γάτα η κοντή δασκάλα, έπαψε να του βάζει άριστα, εννιάρια μόνο, κι’ αυτά με ερωτηματικό, τη στιγμή που με χαμόγελο σίγουρου χωροφύλακα, κάθε πρωί την ώρα της υπογραφής ρώταγε:

- Ποιός το ζωγράφησε;

- Εγώ, κυρία!

- Ποιος στο έγραψε;

- Εγώ, κυρία!

Το εννιά το έφτιαχνε μεγάλο, κάλυπτε όλη τη γραφή, «άλλη φορά να τα κάνεις μόνος σου» απήγγειλε γαμψά και φωναχτά μαζί, αναχωρώντας για το επόμενο θρανίο. Κάθε μέρα ο ίδιος διάλογος. Και η ίδια η δασκάλα απορούσε με τον εαυτό της, πώς κατάφερνε να μην οργιστεί με την επιμονή του μικρού στην απάτη! Κι ο μικρός απορούσε πάλι, πώς κατάφερνε να μη κλάψει με τα άδικα σκατά που τον έλουζε η κυρία! Που έβλεπε το τετράδιο της Κικής που ο πατέρας της είχε μπακάλικο και πολλές ελιές (ελές τις έλεγε η ίδια), να γεμίζει με «άριστα δέκα» ολογράφως, και ζήτημα είναι αν η Κική είχε γράψει ένα γράμμα με το χεράκι της μόνο του, χωρίς να της το κρατάει η μαμά!

Καλόβολος ήταν, χαζός δεν ήταν, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και πριν έρθουν οι γιορτές αφόπλισε τη δασκάλα. Άρχισε να ζωγραφίζει πιο λιτά και στα γρήγορα, χωρίς πολλά χρώματα αλλά η ρημάδα η γραφή συνέχιζε να είναι ίδια. Κι εκεί όμως βρήκε λύση: Έγραφε και στη συνέχεια έσβηνε και ξανάγραφε, και να οι μουτζούρες και να τα «άριστα δέκα» από την ικανοποιημένη πια κυρία. Και πώς έσβηνε; Η πρώτη γόμα είχε τελειώσει ή την έχασε, δεν θυμάται, δεύτερη δεν γινόταν να αγοράσει, οπότε χρησιμοποίησε τη γόμα του φτωχού: τη ψίχα του ψωμιού, ζουληγμένη σε βώλο. Το ξερό καρβέλι έσβηνε καλύτερα. Το φρέσκο όμως έκανε πιο ωραίο βώλο, μαλακό που δεν τριβόταν και έτσι το σβήσιμο φαινόταν μεγαλύτερο και είχε μια παστέλ εμφανή απόχρωση, ιδανική για τον σκοπό του. Κατάφερε με τις μουτζούρες και τις μουτζουρίτσες να γίνει πιστευτή η δική του προσπάθεια και να επιβραβεύεται για το έλασσον. Γλύτωσε την επιτίμηση, κέρδισε και το «άριστα».

Κάποια στιγμή, στη Δευτέρα πια, η κυρία τους έδειξε δυο χαρτονένιες ζωγραφιές, στη μια ένας λευκός κύκνος και στην άλλη μια χρωματιστή πάπια. Τι το ΄θελε να απαντήσει πρώτος, ζαλισμένος απ’ τα γυαλιστερά πράσινα και μωβ φτερά, ότι πιο όμορφο πουλί είναι η πάπια! Για δευτερόλεπτα η κυρία έχασε τη φωνή της, τα γυάλινα μικρά της μάτια μεγάλωσαν και έγιναν ίσαμε με το μικρό της στόμα, αυτό το σουφρωμένο στόμα που ξέσπασε σε ένα ανατριχιαστικό γέλιο! Πρώτη και τελευταία φορά που είδε αυτή τη γυναίκα να γελάει, στα τρία χρόνια που τον δίδαξε! Καλύτερα όμως να μην την είχε δει έτσι! Καλύτερα να μην ήξερε την προπαίδεια, καλύτερα να έγραφε το «και» με έψιλον, καλύτερα οτιδήποτε, οποιοδήποτε λάθος θα ήταν προτιμότερο εκείνη τη στιγμή! Ακούς εκεί, η πάπια ομορφότερη απ’ τον κύκνο! Το γέλιο της ασταμάτητο. Η ειρωνεία της στον καλύτερο μαθητή, μπροστά στα παιδιά τριών τάξεων, ξέσπασμα σαν να περίμενε χρόνια τη στιγμή που θα της έλεγε ότι η πάπια είναι ομορφότερη απ’ τον κύκνο! Και οι μαθητές τριών τάξεων να γελάνε δυνατά πίσω απ’ την πλάτη του, καθόταν βλέπεις στο πρώτο θρανίο, κι ανάθεμα αν κάποιος απ’ όλους θα απαντούσε κάτι διαφορετικό, για ένα πουλί άγνωστο, που δεν είχε χρώματα και είχε ένα μεγάλο στραβό λαιμό σαν του Νασ’ Νταραμάρα!

Περασμένα-ξεχασμένα! Τα χρόνια θέλοντας και μη, στεγνά ή βρεγμένα πέρασαν και προσπέρασαν τον μικρό που πορεύτηκε όπως κατάλαβε και όπως τον δίδαξαν. Γιατί, είπαμε, τα έπαιρνε τα γράμματα, έπαιρνε κι από συμβουλές. Μόνο που σαν μεγάλωσε, οι συμβουλές άλλαξαν. Του έλεγαν, για να προκόψει να είναι καθαρός απ’ έξω κι από μέσα, αλλά έβλεπε ότι πρόκοβε πάλι όποιος έκανε μουτζούρες! Του έλεγαν ότι η ζωή είναι όμορφη, αλλά τα χρώματα τα έβλεπε πάλι μόνο στις αφορισμένες πάπιες και οι κύκνοι συνέχιζαν να ζούνε κάπου αλλού! Κάποιες φορές στο όνειρό του τα μπέρδευε και έβλεπε ένα κύκνο με μουτζούρες στα φτερά, μια πάπια ολόασπρη, τον κύκνο πάλι να γελάει ειρωνικά ή την δασκάλα σαν πάπια στις γεμάτες σφήκες λάσπες του χωριού.

Περασμένα-ξεχασμένα! Μόνο που τελευταία, το όνειρο το βλέπει στο ξύπνιο του!...