30 Μαρ 2008

293 (λογοκριμένο)


Δε με λένε Ωρίωνα

όπως με βάφτισες κρυφά

με την αλήθεια της στιγμής

και τα φιλιά της πλάτης.

Μάγμα με είδες σκοτεινό

μολόχα αυταπάτης

κι ενώ στα σωθικά χυνόσουν άγιος

καυλαίμων καταρράκτης

μια συναυλία όρθωνες

με τρομαγμένα όνειρα

ατάιστα κι ιδρώνοντα

σαν εύκολα ακόρντα.

Πόσο πιο πέρα να χυθώ

υγρός να μη σε φτάνω;

Στροφές εντός μου ποδηλατώ

κλέβω φωτιές για να καώ

σαν το κερί σε βότσαλο λιωμένο

κι ακροβατώ αδέσποτο σκυλί

σε νύχτα που ονείρεται τη μέρα.

Ψιθύρισέ μου όλα τα μπλε

να γίνω κόκκινος σαν μήτρα

κι ο έρωτας να έπεται.

Η ομορφιά

-θέλω να ξέρεις-

είναι ο πόνος!

Μόνο που ντρέπεται!








Χρόνια σου πολλά, Λίνα.

28 Μαρ 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja #2

Αμφίβιον Αφήγημα Εις Συνεχείας
Μέρος Β' : ΕΝΟΣ ΜΠΑΡ ΜΥΡΙΑ ΕΠΟΝΤΑΙ...
(το Α' μέρος εδώ)

Το βράδυ της τελευταίας παράστασης, στη σκοτεινή γωνία της μπάρας ένας λυγερόκορμος σκούρος νεαρός έπινε αργεντίνικο μάτε, σκυμμένος πάνω από την τελευταία έκδοση του «Μάτε Ερμητικά Κλειστό» (σε μετάφραση-προσαρμογή Alfredo Di Stefano, εκδόσεις Surreal Madrid, σελίδες 4-4-2). Ο ιδρωμένος performer Rainer, εξαντλημένος από το μπιζάρισμα, στριμώχτηκε δίπλα του προκειμένου να καπνίσει, απολαμβάνοντας το κενό του θριάμβου του. Όμως μια μυρωδιά latinίλας με επικάλυψη ποδοσφαιρικών αποδυτηριάσεων εισέβαλε αριστερόθεν του στους υποδοχείς του επιθηλίου που επιστρώνει κάθε ρινική κοιλότητά, και ως γνωστόν, μερικές οσμές δίνουν το ερέθισμα στο με­ταιχμιακό σύστημα να ενεργοποιήσει τον υποθάλαμο και την υπόφυση, πυροδοτώντας την παραγωγή ορμονών που ελέγχουν τη σεξουαλική συμπεριφορά, το αίσθημα της πείνας, τη θερμοκρασία του σώματος και άλλες λειτουργίες. Ποιος να ξέρει τι του ξεκούνησε το βαρβατώδες άρωμα του διπλανού αθώου μετανάστη και συμπληρωματικά ερχομένης της οράσεως, επέλεξε να κρύψει τον αναπτήρα και πρότεινε το πούρο του αναστενάζοντας ερωτηματικά:

-Φωτιά;!

-Πού; τρόμαξε ο ευειδής βιβλιόφιλος.


Το πρωί τους βρήκε μόνους να χορεύουν από μνήμης.

Η καθαρίστρια τους πρόγκηξε:

-Σπίτια, δεν έχετε εσείς;

-Ρεφορμιστές του κερατά! συνέχισε χαμηλόφωνα η συνειδητοποιημένη προλετάρια. Καταστασιακοί με τα λεφτά της μαμάς!… Αλκοολικοί που γράφετε γιατί δεν ξέρετε να μεθάτε!… Εραστές που γαμάτε μόνο με λέξεις!… Μουσικοί που οι όπερές σας δεν πιάνουν μια πεντάρα!… Μπρεχτόδουλοι!…

Τους έσπρωξε στο φως με το ζόρι.

Οι νέοι φίλοι μετά το πρωινό (γερμανικό κομπλέ), πήγαν στη λίμνη του πάρκου όπου ο Lou Reed, τίγκα στη ντρόγκα, τάιζε τις πάπιες με ψωμάκια βουτηγμένα σε LSD. Αι νήσσαι εφαντασιώνοντο πως ήντουσαν αγριόπαπιες και με ηγέτη στο Λ του σμήνους τους τον Duffy Duck, βομβάρδιζαν με κοτσιλιές τους Πολιτιστικούς και Λογοτεχνικούς συλλόγους των Βαλκανίων. Στην κορύφωση της πρωινής επιδρομής όμως, μικροκύματα που εκλύονταν από τα δελτία ειδήσεων έκαψαν τις πυξίδες των διαρροϊκών πτηνών, με αποτέλεσμα να συνεχίσουν το ταξίδι τους σε σχηματισμό VWV πλέον, πέρα από τη θάλασσα, πέρα από τα βάθη που ήταν η αγάπη τους που την είχαν χάσει και έτσι στούκαραν σούμπιτα πάνω σε ένα χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος, το οποίο έκτοτε καλείται μαρτυρική μεγαλόνησσος.

Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

26 Μαρ 2008

Όταν ο Rilken συνάντησε τον Borja

Αμφίβιον Αφήγημα Εις Συνεχείας

Μέρος Α' : ΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΟΣ

Ο Rainer Maria Rilken, ρομαντικός κομμωτής του περασμένου αιώνα, που εξελίχθηκε σε Μείζονα Ποιητή, έγινε γνωστός όταν έστειλε το «Σαμπουάν σ’ έναν νέο ποιητή», ο οποίος ποιητής είχε πιτυρίδα και για τον λόγο αυτόν δύσκολα γινόταν αποδεκτός στα φιλολογικά σαλόνια. Ο Νέος Ποιητής λεγόταν Jorge Luis Borja και μόλις είχε ξεκινήσει καριέρα ποδοσφαιριστή.

Παρότι σέντερ φορ, δίχτυα δεν έβλεπε με τίποτα! «Τυφλό» τον ανέβαζαν, «τυφλό» τον κατέβαζαν οι οπαδοί. Μια κουλτούρα όμως, όπως και να ’χε, τη διέθετε: ανάμεσα στα ημίχρονα διάβαζε το «Ο Έρως Είναι Τυφλός» του Boris Vian ή άλλες φορές απήγγειλε με κλειστά μάτια την «Ιλιάδα» σε μετάφραση Jose Feliciano. Τις νύχτες στραβωνόταν να διαβάζει ώρες ολόκληρες με το σπαρματσέτο, στη φτωχική κάμαρα που είχε νοικιάσει από μια άσπλαχνη γιαγιά, aka η γιαγιά της αθώας Erendira.

Λίγα χρόνια καριέρας και άσπρη μέρα δεν είχε δει. Παρακινημένος από την αθώα Ερέντιρα, μοντάρει ένα dvd με τις καλύτερες αγωνιστικές στιγμές του διάρκειας 1.35 λεπτών, και αναζητά την τύχη του στην Ανενωμένη -τότε- Ευρώπη.

Ο Rainer Maria Rilken, γόνος ευκατάστατης οικογένειας της Πράγας, φοιτούσε τότε στην Στρατιωτική Ακαδημία. Κάτι οι κακουχίες από το φοντύ που το έβαζαν μακρυά του στο τραπέζι, κάτι τα ψηλά τακούνια που είχαν οι μπότες οι κατασκευασμένες αποκλειστικά γι’ αυτόν, από έναν εβραίο τσιγγάνο ονόματι Almodovar, ήρθε και πήρε την κατιούσα η υγεία του. Άρχισε να ασχολείται με την κομμωτική και την λογοτεχνία ταυτόχρονα -«και τα δυο είναι Τέχνη» έλεγε αρχοντικά, «να δείτε που ογδόντα χρόνια μετά από μένα, κάποιος έλληνας θα το διαπράττει, με το αζημίωτο, στη Ρώμη»- και παρουσίαζε τα έργα του στα νάιτ κλαμπ της Κεντρικής Ευρώπης. Μπροστά σε κοινό μεθυσμένο από αψέντι, μπούτια και σερβιτόρικα βυζιά, υπό τους ήχους μουσικής RnB (RhythmnBolero), μόλις έφταναν τα μεσάνυχτα, άρχιζε την performance: ανέβαινε στη σκηνή διακόπτοντας τους μουσικούς και καταλαμβάνοντας το αναλόγιο του μαέστρου, απολάμβανε να χτενίζει επιδεικτικά τα κείμενα που ήταν προς εκτύπωση. Οι κριτικοί τον επαινούσαν αλλά οι κρητικοί θαμώνες τού πετούσαν χοχλιούς μπουρμπουριστούς και κατσικίσιο τυρί. Αναγκαστικά, περιόρισε τις εμφανίσεις του για μια σαιζόν στο Hard Rock Cabaret της Πράγας.



Η συνέχεια επί της οθόνης (του pc)

21 Μαρ 2008

Poem without words*





* Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα "Ποίησης", ή κάνω λάθος;

20 Μαρ 2008

Μικρά νυχτερινά

Μαζεύει άμμο ολημερίς,

τη νύχτα πλάθει γυάλινους έρωτες.

Τους φυσάει χρώμα για ζωή·

μόνο μπλε, άσπρο, κι ένα κόκκινο πηχτό

κλεμμένο από τα σκέλια μιας όμορφης.

Το πρωί τούς κρύβει ανάμεσα

στις παιδικές ζωγραφιές.

Έκανε σχέδια για το μέλλον

(με μολύβι Faber 2Β, μαλακό).

Για χρώμα έστυβε μικρά φρουτάκια.

Άπλωνε το χυμό με τα δάχτυλα

και λερωνόταν.

Όταν στέγνωναν τα σχέδια

τα φύλαγε στο ψυγείο

μέχρι να ’ρθουν οι φιλενάδες.

Τα συνόδευαν με κόκκινο κρασί.

Μετά τον εσπερινό,

κρέμασε τάμα στον μικρούλη άγιο

δυο νησιά και μια ποδιά κουζίνας.

Τα όνειρα τα έστειλε στον παλιατζή.

Γέμιζε το δισάκι του

με υποσχέσεις και προθέσεις.

Πολλές φορές γύρισε πίσω,

επειδή στη διαδρομή εκτελούνταν

ακυρωματικά έργα.

Ομνύει (Παραλογή ΙΙ)

(Κατάθλιψις)

Ομνύει κάθε νύχτα, από τον ύπνο ήδη

να σταματήσει τις επαχθείς εξαρτήσεις.

Αλλ’ όταν έρθει η μέρα με τες δικές της δυσκολίες

με τες υποχρεώσεις και τα άγχη της·

αλλ’ όταν έρθει η μέρα με τη βρωμοδουλειά

και τις κωλοπιλάλες που σίγουρες προβλέπονται,

αυτό το φως του πρωινού,

τι κούραση του δίνει!...

2/08


17 Μαρ 2008

Εκόμισαν εις την Τέχνη (Παραλογή Ι)

εις σπουδαιοφανείς


Τους θαυμάζω. _ _ _ Επιθυμίες αποίητες

εκόμισαν εις την Τέχνην _ _ _ μάταιες μεγαλοστομίες

νεκρόφιλες γραμμές _ _ _ κοινοτυπίας αμαγάλματα

και ύπουλα αισθήματα. _ _ _ Αφήνεται κανείς σ’ αυτούς

που άριστα σχηματίζουν _ _ _ του Τίποτα μορφές

σχεδόν απυροβλήτως, _ _ _ ακαταβλήτως

βοώσες εντυπώσεις, _ _ _ διαδηλούσες το Κενόν.


Ευχαριστώ τον κ. Κ. Π. Καβάφη, που μου επέτρεψε να παρα-μορφώσω το ποίημά του «Εκόμισα εις την Τέχνη», (με το αζημίωτον βέβαια: να του βάλω λινκ και να του κλικάρω τρις ημερησίως).

"Η Ελληνική Ποίηση του 20ου Αιώνα"


Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης, απόψε το βράδι στο Βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Έκφραση» στη Λιβαδειά, θα παρουσιαστεί η Ανθολογία "Η Ελληνική Ποίηση του 20ου Αιώνα", από τον επιμελητή του βιβλίου Ευρυπίδη Γαραντούδη, κριτικό λογοτεχνίας και αναπληρωτή καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας στο τμήμα φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Περισσότερες πληροφορίες, στο μπλογκ του Βιβλιοπωλείου.

9 Μαρ 2008

Diamonds And Rust


-Δεν μου αρέσει να προστρέχω σε πολυχρησιμοποιημένες εκφράσεις, όμως δεν μπόρεσα να ξεφύγω μέσα στους τρεις αυτούς μήνες, από τον παγκοσμίως γνωστό στίχο του Σεφέρη «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει». Γιατί πρώτον, αν εξαιρέσουμε τον ωραιότατο τόπο της Γερμανίας, ανάμεσα στις Άλπεις και στο Μόναχο, η υπόλοιπη Γερμανία είναι όλη σχεδόν επίπεδη και πληκτική. Τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα. Αντιθέτως η Ελλάδα, (αυτή η κατεξοχήν ορεινή και θαλασσινή χώρα), είναι απ’ τη μια της άκρη ως την άλλη πανέμορφη. Είναι μια ομορφιά που δεν την αντέχει κανείς μόνος. Πρέπει να τη μοιραστεί οπωσδήποτε με άλλους. Κι εδώ, σ’ αυτή την ανάγκη να μοιραστείς αυτή την ομορφιά με άλλους για να την αντέξεις, εδώ έχει τις ρίζες του όλος αυτός ο πολύμορφος εκφραστικός πλούτος των Ελλήνων. Πρέπει να μιλήσουν, πρέπει να εκφραστούν, με τραγούδια, ποιήματα, ζωγραφιές, αγάλματα, κτήρια, μύθους, σοφίσματα, ιστορίες, παραμύθια, θεατρικές παραστάσεις, χρησμούς, ύμνους, αθλήματα, τελετές. Κι ενώ σε πληγώνει η Ελλάδα από τη μια με το να μην βρίσκεις πουθενά αυτό το φυσικό κάλλος της, σε πληγώνει από την άλλη που σε καμμιά χώρα της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης δεν συναντάς το σημερινό διεφθαρμένο πολιτικοκοινωνικό σύστημά της, αυτό που εκβαρβάρισε πλήρως τον λαό της κι έκαμε τον πανέμορφο τόπο της έναν απέραντο σκουπιδότοπο.

-Δεν έπρεπε να αντισταθεί ο λαός σ’ αυτό το κακούργημα; Κι εντέλει, χάθηκε κάθε ελπίδα;

-Πολλές φορές μέσα στην χιλιάδων χρόνων ύπαρξη του ελληνικού έθνους κινδύνεψε ο λαός να εκβαρβαριστεί. Μα έχοντας απέναντί του έναν ορατό και συγκεκριμένο εχθρό, μπόρεσε πάντα να τον πολεμήσει. Σήμερα ο εχθρός είναι αόρατος, χωρίς πρόσωπο, πολυδύναμος. Ο εχθρός αυτή τη φορά είχε τα μέσα να χρησιμοποιήσει μεθόδους που υπερβαίνουν για έναν λαό κάθε προβλεπτικότητα και κάθε δυνατότητα προφύλαξης. Τον λαό πια τον σκοτώνουν μέσα στον ύπνο του. Δεν έχει ούτε καν τη δυνατότητα να πει σαν τον ομηρικό ήρωα «σκότωσέ με, αλλά μέσα στο φως». (Ο Άρης σκόρπισε γύρω του μια σκοτεινή νεφέλη και σκότωνε τους έλληνες χωρίς να μπορούν να τον δουν. Τότε ένας έλληνας τού φώναξε, «σκότωσέ με αλλά όχι κρυμμένος, μα μέσα στο φως, παλικαρίσια, να σε βλέπω, να μπορέσω να σε πολεμήσω κι εγώ κι ας είσαι θεός».)

Από συνέντευξη του ποιητή Γιάννη Υφαντή στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΕΙΑ των Αιτωλών και των Ακαρνάνων», 9 Μαρτίου 2004.

Οι bold επισημάνσεις δικές μου.

Κάποτε θα 'ρθουν - Παύλος Σιδηρόπουλος

Για την Ελλάδα - demo του φίλου μου και συντοπίτη Στέλιου
[με μοναδική και βαρβάτη ένσταση στο στίχο για "σημαία - αλβανοί" . Του τα έχω πει χοντρά γι' αυτό.]

8 Μαρ 2008

Κάρτα γενεθλίων


Κι αν ακόμα δεν έχω ήχο

η εικόνα στο σκοτάδι μού αρκεί

εκεί που οι ψυχές ψάχνουν το δείπνο

αυτόν που πιθανόν έχει συμβεί.


Αυτοεξόριστος με κύμβαλα ηχεία

φέρνω στο νου τα ορυχεία

που τόσο σκάψαμε βαθειά,

τόσο χρυσάφι που χαρίσαμε

αντίδωρο σε μέλλοντες ληστές,

εν επιγνώσει μύωπες

και κουρασμένοι εγωιστές.


Τώρα τα σύννεφα με ξημερώνουν κόκκινο·

ορμή -ήσουν εσύ;- και καλημέρα μακρινή δεν θέλω,

κάλλιο να βγάλω το σκαρπέλο

τα δάχτυλα να κόψω τα υγρά

να μη μ’ αγγίζει μυρωδιά παλιά,

στενάχωρη καρδιά ή γκρίζα.


Είπα να φύγω σα νησί

μα έμεινα φεγγάρι.

4.2.08


αντί δώρου: {Δεν μας συγχωρώ}

6 Μαρ 2008

παίγνια


νεκροψία


Γύρισα πτώμα απ’ την κούραση

Μου μίλησε άψυχα.

Ψόφια πράγματα…

Η σχέση μας ήταν νεκρή από καιρό.



ηθοποιός


Έπαιζε θέατρο στις σχέσεις του.

Όταν ανέβηκε στη σκηνή

έβγαλε τον πραγματικό του εαυτό.



τύχη


Έφυγε για να βρει την τύχη του.

Τη άλλη ώρα αυτή του χτύπαγε την πόρτα.

Δεν της άνοιγε κανείς.




μεταφυσικό


Από μικρός βασανιζόταν με την έννοια του θείου.

Του θείου Τάκη συγκεκριμένα.



οικολόγος


Ανακύκλωνε συνεχώς τις ίδιες σκέψεις.



πολιτικός


Δημόσιος άνδρας.

Αρσενικό της δημόσιας γυναίκας.




5 Μαρ 2008

Αριθμητική


Αντί πολλαπλασιασμού, διαίρεση.

Μηδέν εις το πηλίκον.

Ακολουθεί αφαίρεση.

Αρνητικό το πρόσημο.

Και αίφνης

προσθέτεις και προστίθεσαι.


Τελικά,

ο έρωτας είναι μαθηματικά που δεν γνωρίζουμε.

5.3.08

2 Μαρ 2008

Πρώτη Μαρτίου

στην Ευ.


Ήρθες σα νύχτα που αγάπησε του μόνου τη φυγή,

σα θαύμα που το ξέρει μόνο ένας.


Μισή φωνή το βλέμμα σου στο πέλαγος·

μικρός βοριάς τα κύματα σγουραίνει

και μυστικά μες στην αχλή

κει στην προβλήτα του Μαρτιού

του μπουκαλιού τις λέξεις φέρνει,

τις απιθώνει τρυφερά

όπως τα μωρουδιακά μες στο συρτάρι

και παίρνει ο χρόνος χρόνο.


*

Ήρθες σα μέρα που αγάπησε του μαύρου τη πληγή,

σαν ουρανός που λάμπει μόνο σ’ έναν.


Μα αν είσαι φως

πώς να το δεις;

τη νύχτα που μας πέρασε σε είδα εγώ

στα χείλη που μου ήπιαν τον ιδρώτα.

Έλα ξανά, σαν άγνωστος θεός

και θα ’μαι εδώ γλυκός βωμός

και παπαρούνα αφύλαχτη·

έλα ξανά,

μυρωδικά

τα δώρα σου να πάρεις.

2.3.08