21 Δεκ 2006

Υπέροχη μέρα (του Βασίλη #2)



Αποστηθίζουμε λοιπόν την υπεροχή μας στον φθόνο.

Συμφιλιωνόμαστε μαζί της, αν και μας αξίζει

Κάτι παραπάνω.

Στραγγίζοντας το οξυγόνο,

Φωτοσυνθέτουμε την αυριανή παλίρροια

Της δίνουμε χώρο για ν’ απλωθεί,

Ψυχές για να βουλιάξει.

Ουρανό στον ουρανό, φουντώνουνε οι φυλλωσιές

Των ρόγχων

Τα πουλιά κατέχονται απ’ την πίκρα της γέννησης

Κι ίσως στην εξοχή, η μοναξιά να’ ναι πιο ανθρώπινη,

Ίσως στη θάλασσα, από πύρινες γραμμές

Να σχηματίζονται ερωτικές ακροστιχίδες

Μα εμείς δεν πρόκειται να παρεκκλίνουμε,

Δεν πρόκειται να μιμηθούμε τον φιδίσιο ελιγμό

Ούτε και τους χαμαιλέοντες ανέμους.

Και την ώρα που θα προβάλλει το νέο λιόγερμα

Θα μας αρμόζει η πλώρη των λεωφόρων,

Συνεπαρμένοι απ’ τον ίλιγγο του ονείρου

Καθώς ξεσπάει η πυώδης σάρκα

Μαγεμένη,

Σ’ ένα βράδυ που οι ψίθυροι γίνονται φλόγες.


Υπέροχη μέρα.

Μέρα όμορφη πριν τις σάλπιγγες του χειμώνα…


©Βασίλης Κόκκοτας




του Βασίλη #1

«γίνομαι ξανά το θεσπέσιο πτώμα,

μισός βρύο, μισός αερόστατο

επαίρομαι για το νεογιλό δόντι του Νταλί,

σαπισμένο πια, όπως και μάτια μου»


Έκπληξη μεν, αναμενόμενη δε!

Ο διαδικτυακός -για την ώρα- φίλος Βασίλης Κόκκοτας, μου περιποιεί τιμή (και το εννοώ) να φιλοξενείται στο μπλογκ. Γιατί ανασαίνει ποίηση που ζηλεύω και θα ήθελα να γράψω: Το πραγματικό χωρίς περικοκλάδες και ταυτόχρονα χωρίς πεζότητες. Η ομορφιά* είναι δίπλα μας!


Αναγνωρίζω τη ζεστασιά των γεγονότων

Τα ανοιξιάτικα ενδύματα στις ιματιοθήκες των ρόδων

Γίνομαι ξανά το θεσπέσιο πτώμα,

Μισός βρύο, μισός αερόστατο

Επαίρομαι για το νεογιλό δόντι του Νταλί,

Σαπισμένο πια, όπως και μάτια μου,

Αρνούμενο όμως τις χρυσές ασφάλειες του θανάτου

Με τις μνημονικές απονευρώσεις

Και τους μασημένους ασφοδέλους.

Έναν τύμβο πριν, κι ενώ οι αιώνες εξοντώνονταν

Με μια κανιβαλική ποίηση,

Κάποια πλάσματα πλησίασαν την αθωότητα,

Θυμήθηκαν τα λόγια μου καθώς αναζητούσανε

Τα σπάργανα των ονομάτων:

Κάτω απ’ την μύτη υπάρχει το χαμόγελο

Και κάτω απ’ το χαμόγελο ο αρραβώνας.

Το χέρι που προτάθηκε λαξεύτηκε από αστερισμούς

Η μέρα ξύπνησε για να διαβάσει τις τροχιές τους

Κι η σιωπή που απλώθηκε, τα λάθη αποστήθισε.



©Βασίλης Κόκκοτας





*Ομορφιά: Δεν θυμάμαι ποιός το είπε, ότι δεν μπορεί να είναι όμορφος όποιος δεν έχει πονέσει.

10 Δεκ 2006

Τα πρώτα γράμματα


Το πρώτο του τετράδιο αντιγραφής, του τό ΄ντυσε ο μπαμπάς με τη μπλε σκούρα κόλλα, έτσι λέγαν εκείνο το σαν ψιλό χασαπόχαρτο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα τετράδια. Κρύφτηκε το κροκί εξώφυλλο, πάει και η κακοτυπωμένη φωτογραφία -τη Ρόδο έδειχνε νομίζω-, χάθηκαν κάτω απ’ το ομοιόμορφο σκούρο μπλε της συννεφιασμένης θάλασσας όλα τα τετράδια, μαζί και το Αναγνωστικό. Η μυρωδιά μόνο έμεινε, αχ αυτή η μυρωδιά της μελάνης και του γεμάτου χημικά χαρτιού! Χρόνια μετά, την ξαναμύρισε στα τυπογραφεία πίσω από τη Ζωοδόχου Πηγής, σε κάτι στενά προς τα Εξάρχεια, όταν έβγαζε με τη παρέα του κάτι χειροποίητα περιοδικά. Ζωοδόχος Πηγή η μυρωδιά!

Γράμματα ήξερε πριν πάει σχολείο. Του τα είχε μάθει ο μπαμπάς ο απόφοιτος μετ' επαίνων του Δημοτικού, ο μπαμπάς που έβοσκε γελάδια και δεν σπούδασε γιατί η οικογένεια είχε ανάγκη. Διάβαζε και έγραφε, ο μικρός! Και με τι χαρά, άρχισε την αντιγραφή και ζωγράφιζε στο λευκό κουτί που άφηνε το πάνω μισό της σελίδας! Με σταθερές γραμμές το σχέδιο, τα χρώματα πάντα μέσα στο περίγραμμα και από κάτω οι λέξεις επαναλαμβανόμενες με γράμματα ισοϋψή, στρογγυλά, χωρίς μουτζούρες. Μια, δυό, τρείς, γάτα η κοντή δασκάλα, έπαψε να του βάζει άριστα, εννιάρια μόνο, κι’ αυτά με ερωτηματικό, τη στιγμή που με χαμόγελο σίγουρου χωροφύλακα, κάθε πρωί την ώρα της υπογραφής ρώταγε:

- Ποιός το ζωγράφησε;

- Εγώ, κυρία!

- Ποιος στο έγραψε;

- Εγώ, κυρία!

Το εννιά το έφτιαχνε μεγάλο, κάλυπτε όλη τη γραφή, «άλλη φορά να τα κάνεις μόνος σου» απήγγειλε γαμψά και φωναχτά μαζί, αναχωρώντας για το επόμενο θρανίο. Κάθε μέρα ο ίδιος διάλογος. Και η ίδια η δασκάλα απορούσε με τον εαυτό της, πώς κατάφερνε να μην οργιστεί με την επιμονή του μικρού στην απάτη! Κι ο μικρός απορούσε πάλι, πώς κατάφερνε να μη κλάψει με τα άδικα σκατά που τον έλουζε η κυρία! Που έβλεπε το τετράδιο της Κικής που ο πατέρας της είχε μπακάλικο και πολλές ελιές (ελές τις έλεγε η ίδια), να γεμίζει με «άριστα δέκα» ολογράφως, και ζήτημα είναι αν η Κική είχε γράψει ένα γράμμα με το χεράκι της μόνο του, χωρίς να της το κρατάει η μαμά!

Καλόβολος ήταν, χαζός δεν ήταν, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει και πριν έρθουν οι γιορτές αφόπλισε τη δασκάλα. Άρχισε να ζωγραφίζει πιο λιτά και στα γρήγορα, χωρίς πολλά χρώματα αλλά η ρημάδα η γραφή συνέχιζε να είναι ίδια. Κι εκεί όμως βρήκε λύση: Έγραφε και στη συνέχεια έσβηνε και ξανάγραφε, και να οι μουτζούρες και να τα «άριστα δέκα» από την ικανοποιημένη πια κυρία. Και πώς έσβηνε; Η πρώτη γόμα είχε τελειώσει ή την έχασε, δεν θυμάται, δεύτερη δεν γινόταν να αγοράσει, οπότε χρησιμοποίησε τη γόμα του φτωχού: τη ψίχα του ψωμιού, ζουληγμένη σε βώλο. Το ξερό καρβέλι έσβηνε καλύτερα. Το φρέσκο όμως έκανε πιο ωραίο βώλο, μαλακό που δεν τριβόταν και έτσι το σβήσιμο φαινόταν μεγαλύτερο και είχε μια παστέλ εμφανή απόχρωση, ιδανική για τον σκοπό του. Κατάφερε με τις μουτζούρες και τις μουτζουρίτσες να γίνει πιστευτή η δική του προσπάθεια και να επιβραβεύεται για το έλασσον. Γλύτωσε την επιτίμηση, κέρδισε και το «άριστα».

Κάποια στιγμή, στη Δευτέρα πια, η κυρία τους έδειξε δυο χαρτονένιες ζωγραφιές, στη μια ένας λευκός κύκνος και στην άλλη μια χρωματιστή πάπια. Τι το ΄θελε να απαντήσει πρώτος, ζαλισμένος απ’ τα γυαλιστερά πράσινα και μωβ φτερά, ότι πιο όμορφο πουλί είναι η πάπια! Για δευτερόλεπτα η κυρία έχασε τη φωνή της, τα γυάλινα μικρά της μάτια μεγάλωσαν και έγιναν ίσαμε με το μικρό της στόμα, αυτό το σουφρωμένο στόμα που ξέσπασε σε ένα ανατριχιαστικό γέλιο! Πρώτη και τελευταία φορά που είδε αυτή τη γυναίκα να γελάει, στα τρία χρόνια που τον δίδαξε! Καλύτερα όμως να μην την είχε δει έτσι! Καλύτερα να μην ήξερε την προπαίδεια, καλύτερα να έγραφε το «και» με έψιλον, καλύτερα οτιδήποτε, οποιοδήποτε λάθος θα ήταν προτιμότερο εκείνη τη στιγμή! Ακούς εκεί, η πάπια ομορφότερη απ’ τον κύκνο! Το γέλιο της ασταμάτητο. Η ειρωνεία της στον καλύτερο μαθητή, μπροστά στα παιδιά τριών τάξεων, ξέσπασμα σαν να περίμενε χρόνια τη στιγμή που θα της έλεγε ότι η πάπια είναι ομορφότερη απ’ τον κύκνο! Και οι μαθητές τριών τάξεων να γελάνε δυνατά πίσω απ’ την πλάτη του, καθόταν βλέπεις στο πρώτο θρανίο, κι ανάθεμα αν κάποιος απ’ όλους θα απαντούσε κάτι διαφορετικό, για ένα πουλί άγνωστο, που δεν είχε χρώματα και είχε ένα μεγάλο στραβό λαιμό σαν του Νασ’ Νταραμάρα!

Περασμένα-ξεχασμένα! Τα χρόνια θέλοντας και μη, στεγνά ή βρεγμένα πέρασαν και προσπέρασαν τον μικρό που πορεύτηκε όπως κατάλαβε και όπως τον δίδαξαν. Γιατί, είπαμε, τα έπαιρνε τα γράμματα, έπαιρνε κι από συμβουλές. Μόνο που σαν μεγάλωσε, οι συμβουλές άλλαξαν. Του έλεγαν, για να προκόψει να είναι καθαρός απ’ έξω κι από μέσα, αλλά έβλεπε ότι πρόκοβε πάλι όποιος έκανε μουτζούρες! Του έλεγαν ότι η ζωή είναι όμορφη, αλλά τα χρώματα τα έβλεπε πάλι μόνο στις αφορισμένες πάπιες και οι κύκνοι συνέχιζαν να ζούνε κάπου αλλού! Κάποιες φορές στο όνειρό του τα μπέρδευε και έβλεπε ένα κύκνο με μουτζούρες στα φτερά, μια πάπια ολόασπρη, τον κύκνο πάλι να γελάει ειρωνικά ή την δασκάλα σαν πάπια στις γεμάτες σφήκες λάσπες του χωριού.

Περασμένα-ξεχασμένα! Μόνο που τελευταία, το όνειρο το βλέπει στο ξύπνιο του!...


1 Δεκ 2006

εορτή αεροστάτου

Εχθές ανήμερα του Αγι’Αντριός και διά τον λόγον αυτόν, τον Ανδρέαν Εμπειρίκον ενεθυμήθην. Παρασυρθείς δε από προηγηθείσαν συμπεριφοράν του τηληλιθίου Τερεντίου Κουίκ, όστις επί της γενεθλίου ημέρας του μακαρίου πλέον Μαστρογιάννη (διόρθωσις: Mastroianni), τω ηυχήθη μακροημέρευσιν, ούτως δε κα’γω υψώσας κύπελλον πλήρες καμπερνίτου οίνου, ανεφώνησα μεγάλως:

-Να μας ζήσεις να σε χαιρόμαστε, καυλιάρη καπετάν-Αντρέα!


Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο
Στα κάγκελα του κήπου ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά
H γειτνίασις του ποταμού τα προσελκύει
Tο πάθος του γυπαετού για το άσπρο περιστέρι
Eίναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή
Όταν λυώνουν οι πάγοι τραγουδάμε στις κοιλάδες
Tα νερά μάς μεθούν
Oι κόρες των ματιών μας πλένουν τους θησαυρούς των
Άλλες ξανθές και άλλες μελαχροινές
Έχουν στην όψι τους την ανταύγεια των ελπίδων μας
Έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας
K' εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν
Oι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται
Tα χιόνια τους είναι τραγούδια της ελεύσεως των νέων χρόνων
Tα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας
Mέσ' στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι τα πουλιά
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευρύνσεως
Kαμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες
K' οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.




(
Στιγμή πορφύρας / Ενδοχώρα)