28 Σεπ 2005

Ώρες αόρατες

Αδέσποτες απέμειναν οι καμπύλες της θάλασσας.

Τα δελφίνια γέρνουν στο λαιμό σου.

Τα στήθη Δήλος – Φανερωμένη

σαν άγιο μάρμαρο.

Γονυπετής η Κύπρις, λαγόνες αρχαγγέλει.

Τα θρύψαλα της βροχής

που έβαλα με τάξη στο εικονοστάσι,

ζητιανεύουν αναδρομικές ουλές.

Αίματα πολύχρωμα σαν φωνήεντα από σκράμπλ,

ονοματίζουν λέξεις χαμηλοβλεπούσες,

αφυδατωμένες και άσιτες.

«Επίθεση» διατάζουν και αδειάζουν βόλια

κάθε νύχτα οι τοίχοι.

Οι λεύκες των πόθων καληνυχτίζουν

τους άβυσσους μήνες.

Ανάλατος καιρός, έρμαιο ανέμων αναλφάβητων,

τρακάρει πάνω στις στροφές της νύχτας

και σκίζει αργοπορημένα σεντόνια.

Προσάναμμα του μύθου τα ανθεστήρια λόγια

και ο αέρας πνιγμένο περιστέρι.


Τώρα η χρυσή βροχή του Δία αρδεύει ερήμους.

(Που τώρα οι οργασμοί των άστρων;)

Πίσω όμως από τις χαμηλές καρέκλες

- κάθε θεός το ξέρει –

κρύβεις τη μικρή Καταλωνία σου.

Το πρόσφορο των μηρών σου

γόνιμος τόπος ανεμώνας.

Λέμβος σωστική το Ιδαίον του κορμιού σου.

Κι’ αυτό το πέλαγος το ανθηρό

αλίμενο πλέει μαζί μου.

Φιλοσοφία

Σοφό κορμί, να σε διαβάσω θέλω.

Στους πώρους σου, κρυφά νοήματα ν’ ανακαλύψω.

Σκέψεις που με παίδευαν, να μου τακτοποιήσεις.

Απορίες γόρδιες να λύσεις,

την ύπαρξη του κόσμου να εξηγήσω, βόηθα,

γενναίο μου κορμί.


Κορμί σοφό,

τα ιερογλυφικά σου, μόνο εγώ μπορώ να αναγνώσω.

Μέσα στη νύχτα, σαν τυφλός, εύκολα σε διαβάζω,

το απόσταγμα της σοφίας σου, ρουφάω διψασμένος.

Φιλοσοφώ στη λόχμη των αναστεναγμών σου,

σαν χούλιγκαν ζωής.

Εισβάλλω εντός μου, σαν άγνωστος θεός.

Αγιώνομαι στις φούρκες των ποδιών σου.

Θεώμαι στο ηφαίστειο της έκρηξής σου.

Ξεχειμωνιάζω στα χειμαδιά της αφασίας σου.


Ουκ έσονται μοι θεοί έτεροι, πλην εσού!


Οι ράγες

Κάθε πόνος σου καρφί □ Στις ράγες της ζωής σου.

Κάθε καρφί και μέρα □ Κάθε μήνας κι ένα καρφί

Να δένουνε οι ράγες □ Με τα καρφιά του πόνου

Παράλληλες πάντα οι ράγες □ Με τον πόνο των καρφιών

Παράλληλος πάντα ο πόνος □ Απ’ την αρχή ως το τέλος

Κι ανάμεσα

Χαλίκια και κενό!


Δεν περνάει τραίνο σε τούτες τις γραμμές

Οδοστρωτήρας αισθημάτων έρχεται όταν χιονίζει.

Φαντάροι ξεχορταριάζουν τα περιθώρια

Κι εργάτες με σύμβαση ορισμένου χρόνου

Μαζεύουν κάθε μέρα

Γόπες και αποτσίγαρα φιλιά.


Σ’ αυτές τις ράγες τραίνο δεν προβλέπεται,

Μον’ η καρδιά σου σταυρωμένη που θα τρέχει…

Πανσέληνος

Φεγγάρι μου γλυκόπιοτο, καλόγνωμο

Σαν όνειρο παιδιού,

Πάρε το φως απ’ την καρδιά μου

Να λάμψεις πιο πολύ,

Να μην τελειώσει τούτη η φωταύγεια,

Τούτο το πανηγύρι των ψυχών.

Χιαστί να πλέκονται τα όνειρα

Και η αγάπη,

Βότσαλα του ήλιου

Λιαζόμενα και πλέοντα,

Υπεράνω των ανάλατων ανθρώπων.

Πρόσφυγας εντός

Μετανάστης στο λιμάνι σου,

Λαθρεπιβάτης άπελπις,

Παραβάτης των συνόρων σου,

Αιτούμαι γη της Επαγγελίας.

Τη γλώσσα των χεριών σου θέλω να μάθω

Στη σκέψη σου να κοιμηθώ

Στα πόδια σου ήλιος να ξυπνάω

Και να γεννάω όνειρα – γεφύρια

Και παραμύθια – συντριβάνια.

Το μανταρίνι των χειλιών σου να δαγκώσω

Στους ελαιώνες των ματιών σου να κρυφτώ

Κι ηφαίστειο να εκραγώ στη ραχοκοκαλιά σου.

Να πας εκεί!

Να πας εκεί!

Να πας εκεί που σε χαϊδεύουν.

Εκεί που δεν κοστίζει τίποτα το χάδι στη πληγή.

Χάδι σε μια κακοφορμισμένη πληγή μαζί μ’ ανάθεμα στον φταίχτη.

-Όχι, μη το σκοτωμένο αίμα!

-Όχι σπίρτο στην πληγή!

Να σαπίσει, μα να μην πονέσει!

Μην πονέσει κι ας μη γιάνει!


Να πας εκεί!

Εκεί που η λύπηση είναι ρούχο.

Εκεί που η αυτολύπηση είναι σημαία.

Εκεί που αγαπάνε με τα μάτια.

Εκεί που έχουν τα καράβια δεμένα - πάντα - στο λιμάνι.

Ποτέ, αυτοί, δεν θα κινδυνεύσουν: Ποτέ δεν θα ταξιδέψουν!


Να πας εκεί!

Δεν έχει τόπο εδώ για σένα.

Εμείς εδώ, λέμε τη σκάφη – σκάφη και την αγάπη – αγάπη.

Φορές τη λέμε Πόνο.

Κατουράμε τη πληγή και συνεχίζουμε.

Εμείς εδώ, δεν βγάζουμε στο παζάρι το ξαφτούρισμα της καρδιάς.

Δεν παζαρεύουμε τις πεταλούδες της κοιλιάς μας.

Μπορεί να γεννηθήκαμε μ’ αυτές.

Μπορεί να τις μαζέψαμε απ’ το δρόμο.

Όμως ποτέ δεν τις βγάλαμε στο σφυρί.

Ποτέ δεν τις παίξαμε σε κανένα χρηματιστήριο καταξίωσης.


Να πας σ’ αυτούς!

Γύρνα στη σκοτεινιά τους.

Στη σκοτεινιά των χαμοσερνάμενων που δείχνουν αητοί.

Κι ας είναι χαρταετοί.

Να πας σ’ αυτούς!

Σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Σ’ αυτούς τους κόλακες της Απελπισίας.

Να πας σ’ αυτούς!

Σ’ αυτούς, που κι οι κροκόδειλοι υποχωρούν στα δάκρυά τους.


Να πας εκεί!

«Θα ξαναγύριζες μια μέρα στις πηγές της νύχτας,

στις ρίζες των δακρύων σου,

εκεί που φυτρώνουν τ’ άγρια όνειρα,

μες στα σκοτάδια της ανυπαρξίας».*


Να πας εκεί!

Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…

Εδώ αγαπάμε και πληρώνουμε.

Εμείς εδώ, περπατάμε στα κάρβουνα.

Εδώ πεθαίνουμε χωρίς ανάσταση.

Εμείς εδώ, για ένα στοίχημα Αγάπης, το κόβουμε το δάχτυλο.

Ποτέ μας, όμως, δεν ευνουχιζόμαστε.

Εμείς, την αγάπη μας τη βαφτίζουμε Σπάραγμα.

Εμείς, τα παιδιά του έρωτα τα βαφτίζουμε Όνειρο.


Δεν ειν’ εδώ τόπος για σένα!…



* Σπ. Τσακνιάς.

Μαύρο

Άντε να αδειάσουμε τις μέρες

Να τις φέρουμε ξανά στα μέτρα που φοβόμασταν.

Άντε να θάψουμε τα χρώματα που εφευρέσαμε-

Είναι δώρα που δεν θέλουμε,

Χαλάνε το άδειο των ψυχών μας.

Πρέπει να παντρευτούμε την ερημιά μας,

Μη μας χαλάτε τη βολή,

Δεν παντρευόμαστε ποτέ το όμορφο·

Τρομάζουμε μη μας αφήσει.

Ω! μάνα της νύχτας,

Τύλιξέ μας με την εσάρπα σου,

Κρύψε τα μάτια μας που έχουν φως γεμίσει·

Η τυφλότητα μάς πάει πιο πολύ.

Το μαύρο μας να ντύσουμε με μαύρο,

Το αίμα μας, ούτε κι αυτό,

Μαύρο να τρέχει, μαύρο.

Τα χείλια μας μαύρα σαν από βατόμουρο,

Μαύρα να βάψουμε και τα φιλιά που αλλάξαμε,

Σα μαύρος σκύλος να γλύψουμε νύκτωρ τις πληγές μας.

Να φύγουμε μαύροι.


Κράτα την ανάσα σου.

Μάνα

Κάπου ανάμεσα στη μάνα σου και στη μάνα μου,

η αγιότητά σου.

Θέλει πολύ δουλειά

Θέλει πολύ δουλειά

Την ευτυχία

(του άλλου)

ν’ αγαπήσεις.

27 Σεπ 2005

Ετούτο το φεγγάρι

Ετούτο το φεγγάρι

Γιγάντιο μηδενικό

Μια πανσέληνος Μηδέν

Εις το πηλίκον

Εις το άπειρον

Εις το εντός μου Άπειρον.


Το Άπειρον Μηδέν

Με κύκλωσε Πανσέληνο,

Κουκούλι μέσα του να διπλώνω τα φτερά,

Να καθρεφτίζομαι τσαλακωμένος

Και Οιδίποδας τυφλός,

Κάτω από ξένους προβολείς,

Να παριστάνω Φώς.


Πανσέληνο φεγγάρι,

Χθεσινό φανάρι,

Σημερινή θηλιά.


Σιωπή

Είναι η σιωπή σου φίλη σου;

Είναι οι φίλοι σου σιωπή;

Τούτη η συναυλία της απόστασης

Κοινό δεν έχει.

Μονάχοι παίζουμε

Και το μεδούλι μας ρουφάμε

Με όρεξη εφήβου.

Αποξυόμενος

Γδύσου, πλύσου και απόξυσε

Πληγές και οσμές

Που μαρτυράν Αγάπη.

Απόξυσε τα στίγματα

Που τατουάζ τα κάρφωσες στο δέρμα

Και μπόλιασες την καρδιά σου.

Και προπαντός εκεί!

Με επιμονή τεχνίτη

Να μην αφήσεις τίποτα.

Σπονδή

Φορές που φεύγεις μια θυσία κάνω.

Κάθε μου σκέψη σφάγιο

καθαγιασμένο απ’ το κρυφό σου άγγιγμα

και ραντισμένο με τα μύρα της αλμύρας σου,

πρόσφορο στο πνεύμα σου το άγιο

για να σκηνώσει εντός μου.

Άλλες πάλι, το μέλλον να προβλέψω προσπαθώ.

Απ’ το θυμίαμα των σπλάχνων μου οσμίζομαι

μέρες που θα ’ρθουν, προσηνείς και εύοσμες

σαν τον κήπο του κορμιού σου.

Ή που τις πληγές μου μελετώ προσεκτικά

και να το θαύμα:

Αντί ουλές, βραγιές ολάνθιστες!

Το άρωμά σου ευωχεί στο σύμπαν του κορμιού μου.

Από μέσα μου ανασαίνεις

κι εγώ διαστέλλομαι να σε χωρέσω.

Από χιλιόμετρα στο αυτί μου ψιθυρίζεις

κι εγώ εκρήγνυμαι κρυφά.

Γίνομαι μέρα, μέλλον κι ουρανός,

νερό που πίνεις και ύπνος σου γίνομαι.

Ιερέας και σπονδή μαζί-έγινα εσύ

και τ’ όνομά μου είναι Μαρία.

Η Μαρία στις πόλεις

Πώς φεύγεις την απόσταση ανάμεσα των ημερών!

Σιμώνεις και τα πόδια σου

Σαν από πάντα φανοστάτες στο λιμάνι.

Ορθοκάπουλη μυρόεσσα γεωμετρείς

Μπαλκόνια και πλατείες και κύματα καινούρια,

Ροδιές φυτεύεις καταμεσής στην άσφαλτο·

Η πολεοδομία σου, καταργεί το μέτρο.

Ζεστό ψωμί τυλίγεις το φεγγάρι,

Το ντύνεσαι κι’ ολόγιομη εισβάλεις

Στα καφέ και στις μικρές ανάσες.

Στα βήματά σου φύονται πηγές-

Σήματα, υγρά, προσανατολισμού

Τη νύχτα που φουσκώνουν σαν καταρράχτες όρθιοι,

Γίνονται οδοδείχτες,

Χειροπιαστές ορμές,

Θέατρο αυτόματου έρωτα.

Είσαι της νύχτας η συνέχεια

Κι ο τόπος μου πια, ου τόπος:

Πηγάδια γέμισε και ρέματα ξέχειλα

Με αρτεσιανές αισθήσεις.

του φεγγαριού, έρωτα

Του φεγγαριού, Μαρία, έρωτα

Άνθος καλοκαιριού

Άνθος ώριμο και κόκκινο

Σαν την οσμή του κάτω ρόδου σου

Σαν του μεσημεριού φιλί.

το Υπερωκεάνιο

Τούτο το Υπερωκεάνιο δεν είναι για ρηχά νερά.

Είναι για θάλασσες πράσινες, λάμπουσες κάτω απ’ το Σταυρό του Νότου.

Είναι για ρότες άμετρες, έξω απ’ τις απαγορεύσεις των λιμεναρχείων.

Είναι από μόνο του ένα φως, είναι τραγούδι άγνωστο

ακόμα και σε μας, τους μουσικούς της άγριας νύχτας.

Ο πλους του αναλφάβητος – έτσι να ’ναι.

Να μην έχει ιστορία πίσω του – έτσι να ’ναι.

Ο μύθος του μόνο να μένει

μυρωδιά

δρόμος

αιτία

κι ευθεία λεωφόρος

για κει που οι γενναίοι του έρωτα βουτάνε με τα μούτρα

και γεύονται το άνοιγμα των ουρανών.

Τα Θεοφάνια της Αγάπης συμβαίνουν κάθε μέρα.

Το Υπερωκεάνιο είμαστ’ εμείς

και μας ταιριάζουν θάλασσες γλαυκές.

Αυτοί

Δεν σκιάζονται αυτοί,

Έχουν την ανοσία στην Τιμή

Και την αρρώστια τους σημαία την υψώνουν.

Τα λόγια τους πτερόεντα,

Χάντρες γυαλιστερές - ένα τάλιρο η μία,

Στα παζάρια που μεγάλωσαν, πουλάνε.

Ημιμαθείς των αισθημάτων, άχαροι,

Λεπροί του κάλλους, τυφλοπόντικες,

Φαρισαίοι νεκροί, που μαγαρίζετε τις μέρες,

Αγέλες που δεν αρκείστε στις σάρκες σας,

Ανάθεμά σας!

Μη την αγάπη μου αγγίζετε!

Δεν είναι για τα μάτια σας τα μάτια της,

Τα χέρια της είναι ορίζοντας φλεγόμενος,

Έτη φωτός απέχουν από σας, τα όνειρά της.

Τη σκουριά σας κρατήστε μακριά της.

Είν’ η αγάπη μου απορρυπαντική,

Είναι ωκεανός για τη στενάχωρη καρδιά σας.

Ούτε σκιά δεν έχετε δίπλα της·

Φύγετε, το λοιπόν, από κοντά της.

Εσύ αλλού!

Στη πόρτα σου έρχεται ο ταχυδρόμος και συ δεν του ανοίγεις. Έρχονται οι ποιητές, σύσσωμοι και οι τραγουδιστές μα συ τους διώχνεις. Έρχονται οι ανύποπτοι και τους ανοίγεσαι. Σωστά πράττεις! Σωστά τα βήματά σου στους παραλλήλους της ζέστης και της ευκολίας. Γιατ’ είναι δύσκολος τούτος ο χειμώνας. Και βαρύς. Κι εγώ δεν έχω παλτό της προκοπής. Ας είναι! Θα σπάσω την επιφάνεια και θα κολυμπήσω στη παγωμένη λίμνη.

Στο παράθυρό σου έρχονται σήματα. Η κάθε μέρα, σου χτυπάει το τζάμι σαν σπουργίτι αλήτικο. Ποιος τη χάρη σου! Τσιμπολογάς τις ώρες με τη ψυχραιμία που ανάβεις τσιγάρο. Σωστά πράττεις! Όπως κι όταν διαγράφεις τις εποχές. Κράτησες ημέρες μόνο καλοκαιριού και αιώνες χειμώνων. Σε κάποια διάκενα λιγοστά, χάσκουν κάποιες Άνοιξες. Απαρχαιωμένες. Αφρόντιστες σαν κορινθιακές κολώνες. Ικανές να συγκινήσουν μόνο μουσουργούς και αυτοδίδακτους εραστές. Ή έναν Μπετόβεν ερωτευμένο.

Στη γειτονιά σου βολτάρουν τα φεγγάρια δυό-δυό, μέρα μεσημέρι. Σημασία εσύ καμία. Σωστά πράττεις! Έχεις να βγάλεις βόλτα τις κοντινές σου απουσίες. Έχεις να ποτίσεις ένα κήπο αναστολές. Έχεις να ταϊσεις τις παιδικές σου αρετές. Να ‘χεις το νου σου μήπως τελειώνοντας τη ψυχική σου λάτρα, βρεις τα παιδιά σου μεγαλύτερα από σένα.

Κι όμως είναι όμορφα εκεί έξω! Έξω απ’ το φλοιό που κρύβει τους χυμούς της κερασιάς μας. Εκεί έξω μόνο, Είμαστε και Έχουμε. Πασχίζουμε και ανθίζουμε. Ζητάμε και βρίσκουμε. Γευόμαστε, κρυώνουμε, εκτινασσόμαστε, λυγίζουμε, πληρώνουμε, αφουγκραζόμαστε, σκορπάμε ανατέλλουμε, πλέουμε, φλεγόμαστε και πάλι από την αρχή…

Σειρήνες

Μην τις ακούς τις ηττημένες Ερινύες

ασθμαίνουσες

αποζητούν κελιά για όλους.

Πάρε ξηρά τροφή για την πορεία,

κρύψε στη τσέπη μια παιδική σου ζωγραφιά

και βιάσου να καβαλήσεις το πτερύγιο του ήλιου.

Προβλέπονται σκληρές οι μέλλουσες πέτρες.

Είναι κι ο Κάιν που βαρύθυμος παραμονεύει στις οάσεις.

Άλλαξε δρόμο!

Από τις κολυμπήθρες του Σιλωάμ να μη βραχείς.

Οι άλλοι κοίτα να μη σ’ αγγίξουν,

από το άλγος τους κρατήσου μακριά.

Εκάς οι βέβηλοι του έρωτα –

εκάς οι άμαχοι του πόνου!

Όσοι με λύχνους το φώς της μέρας ψάχνουν,

στενάχωροι και άχωροι,

μικρόβιοι και όμοιοι,

σβήνουν οι ίδιοι το λίγο τους το χρώμα.

Όχι, τον τέτανό τους μη γευτείς,

στο κρύο μάρμαρο μη ξαποστάσεις,

τον αιθέρα τους κοίτα μη καταπιείς:

Είναι δολώματα σκορπιών.

Απομακρύνσου μ’ απλωτές, πέρα απ’ τα στεγανά τους.

-

Ας γίνουμε η στύση μεσ’ στη νύχτα τους,

οι μπάσες χορδές του ονείρου.

Ας μείνουμε η δρόσος στις ανεμώνες του Απρίλη.

Τα φάλτσα χιλιόμετρα να αποδώσουμε αθώα

και τα παράθυρα να στρέψουμε

σε αρχαία πολύχρωμα αισθήματα.

Ν’ αποσυντονιστεί ο γύρω χώρος

Να λάμψουν χέρια

ώμοι

πόδια,

Μήπως και λειώσει του κόσμου το κέρινο ομοίωμα.